|
Ομιλία
ΥΠΕΞ, κ. Δ.
Δρούτσα, στο
Ευρωπαϊκό
Κέντρο Πολιτικής
(European
Policy Center – EPC)
(Βρυξέλλες, 22.11.2010)
|
|
Αθήνα,
22 Νοεμβρίου 2010
Τίτλος:
«Μία νέα
ευρωπαϊκή
συμφωνία για
τα Βαλκάνια
και την
Τουρκία: ο
ρόλος της
Ελλάδος»
Βασικά
σημεία:
[για
το μηχανισμό
υποστήριξης
και την
προσχώρηση της
Ιρλανδίας:]
-
Μαζί
με τους
εταίρους μας,
καταφέραμε να
φτιάξουμε
έναν
μηχανισμό που
υποστηρίζει
την Ελλάδα
αυτή τη
δύσκολη
περίοδο. Ο
μηχανισμός
αυτός
αποτελεί τώρα
το πρότυπο για
το μελλοντικό μόνιμο
μηχανισμό της
Ε.Ε., που θα
προστατεύει
και θα
ενισχύει την
Οικονομική
μας Ένωση. Χθες,
η Ιρλανδία
έκανε ένα
τολμηρό βήμα
και ζήτησε την
υποστήριξη
και την
αλληλεγγύη
των εταίρων
της. Είμαι βέβαιος
ότι η Ιρλανδία
θα τα
καταφέρει και
ότι η Ε.Ε. θα ανταποκριθεί
στις
προσδοκίες
που υπάρχουν. Η
Ελλάδα αποτελεί
ζωντανή
απόδειξη ότι
αυτό είναι
εφικτό.
[για
τη
διευρυνσιακή
διαδικασία:]
-
Σήμερα,
με διάφορες
δικαιολογίες
έχουμε
εγκαταλείψει
την
προσπάθεια να
μιλάμε
πολιτικά. Στο
όνομα του
ελάχιστου
κοινού
παρονομαστή,
έχουμε χάσει
το όραμα. Είμαστε
πολλοί για να
συμφωνήσουμε.
Νιώθουμε
«διευρυνσιακή
κόπωση». Τα
υποψήφια
κράτη-μέλη
απέχουν πολύ
από την
εκπλήρωση των
προδιαγραφών
μας. Δικαιολογίες
υπάρχουν
πολλές.
Δικαιολογίες
που επιχειρούν
να αναπληρώσουν
την απουσία
οράματος που
μας
χαρακτηρίζει.
Αυτό όμως
είναι στο χέρι
μας να αλλάξει.
Η Ευρώπη
άλλωστε
χτίστηκε πάνω
σε ένα όραμα:
στην Ευρωπαϊκή
Ολοκλήρωση
της ηπείρου
μας.
[για
την ευρωπαϊκή
προοπτική των
Δυτικών
Βαλκανίων:]
-
Το
2014 η Ελλάδα θα
έχει την
Προεδρία της
ΕΕ. Σκοπός μας
είναι να
συγκαλέσουμε
μια σύνοδο
κορυφής
ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων.
Να κάνουμε τη
«Θεσσαλονίκη
ΙΙ», στην οποία
θα
υιοθετήσουμε
μια πολιτική
διακήρυξη η
οποία θα θέτει
ένα
συγκεκριμένο,
φιλόδοξο αλλά
ρεαλιστικό
στόχο για την
ολοκλήρωση
της
διαδικασίας
ένταξης των χωρών
των Δ.
Βαλκανίων.
-
Στη
Σύνοδο
Κορυφής της
Θεσσαλονίκης
ΙΙ θέτουμε τρεις
βασικούς
στόχους.
-
Πρώτον,
να
δημιουργήσουμε
το «Group 2014», που
θα
αποτελείται
από κ-μ που θα
σχηματίσουν «συμμαχίες
προετοιμασίας»
με τις
υποψήφιες.
-
Δεύτερον,
να
αναπτύξουμε
στενούς
δεσμούς
συνεργασίας
μεταξύ των
υποψηφίων σε
περιφερειακό
επίπεδο,
αναπτύσσοντας
τα υπάρχοντα
σχήματα, αλλά
δίνοντας πολύ
μεγαλύτερη
έμφαση στη
μεταξύ τους
διάδραση.
-
Τρίτον,
να
συμφωνήσουμε
στην ημέρα.
Στην ημέρα που
θα αποτελέσει
το στόχο μας
για πλήρη
ένταξη. Αυτός
θα είναι ο νέος
καταλύτης της
αλλαγής και
της προόδου. Θα
είναι το
κίνητρο για
μεταρρυθμίσεις
και το μέτρο
που θα
αξιολογεί τις
κυβερνήσεις
της περιοχής.
Θα είναι η
ζωντανή
δέσμευση της
Ευρώπης, ότι τα
Δυτικά
Βαλκάνια
είναι μέρος
της οικογένειας
και ότι η
Ευρώπη δεν θα
αφήσει ποτέ
ξανά να επαναληφθούν
τα εγκλήματα
του
παρελθόντος.
[για
την ευρωπαϊκή
προοπτική της
Τουρκίας:]
-
Το
γεγονός είναι
ότι η
απροθυμία
ορισμένων
κρατών - μελών,
που εκπηγάζει
από, αλλά και
τροφοδοτεί, τα
φοβικά σύνδρομα
της κοινής
γνώμης, έχουν
αφαιρέσει όχι
μόνο το όραμα,
αλλά και το
οξυγόνο από τη
διαδικασία. Την
ίδια στιγμή, η
γεμάτη
καθυστερήσεις
και υπαναχωρήσεις
μεταρρυθμιστική
διαδικασία
στην Τουρκία
έχουν
αφαιρέσει την
καθημερινή
τροφή που
χρειάζεται
προκειμένου η
διαδικασία να
μείνει
ζωντανή.
-
Τέλος,
η άρνηση της
Τουρκίας να
εκπληρώσει
τις υποχρεώσεις
της απέναντι
στην Κυπριακή
Δημοκρατία
και τους 27
μειώνει
δραματικά το
προσδόκιμο
ζωής της διαδικασίας.
Μιλάμε
δυστυχώς για
το μεγάλο
ασθενή της
πολιτικής
διεύρυνσης,
και οι ελπίδες
για ανάρρωση
είναι
ελάχιστες.
-
Η
ιστορία, και
συγκεκριμένα
η πορεία προς
το 1999 μας έχει
διδάξει ότι
χρειάζεται
όραμα, αλλά και
θάρρος για να
γίνει το άλμα
που θα δώσει το
φιλί της ζωής
στη
διαδικασία.
Όπως και τότε,
σήμερα η
Ελλάδα μπορεί
να παίξει το
ρόλο του καταλύτη,
ώστε να πέσουν
οι μάσκες του
έργου που παίζουμε
και η
διαδικασία να
ξαναγίνει
πολιτική και πρωτίστως
ζωντανή.
-
Με
δεδομένο ότι
στην Τουρκία, ο
Πρωθυπουργός
Ερντογάν έχει
προκηρύξει
εκλογές για
τις αρχές
Ιουνίου,
σκέφτομαι την
πραγματοποίηση
μιας Συνόδου
Κορυφής Ε.Ε. –
Τουρκίας στο
τέλος Ιουνίου
ή το φθινόπωρο
του επόμενου
έτους.
-
Σκοπός
της Συνόδου θα
είναι η
υιοθέτηση
μιας πολιτικής
διακήρυξης
που θα
αναπτύσσει
ένα νέο οδικό χάρτη
για την
ενταξιακή
πορεία της
Τουρκίας. Ένα «νέο
Ελσίνκι», με
σαφώς
προσδιορισμένα
χρονοδιαγράμματα
και ορόσημα,
πλήρως
χαρτογραφημένες
τις υποχρεώσεις
της Τουρκίας
και το ρυθμό
εκπλήρωσής
τους και μια
συγκεκριμένη
ημερομηνία
ένταξης της
Τουρκίας στην
ΕΕ, υπό την
αίρεση φυσικά
της σχετικής
κύρωσης από τα
κράτη-μέλη,
αλλά και την
Τουρκία.
-
[Για
το Κυπριακό:] Εάν
πραγματικά η
Τουρκία
επιθυμεί να
προχωρήσει, οφείλει
να
ανταποκριθεί
στις
υποχρεώσεις
της. Σε τελική
ανάλυση
μιλάμε για τη
σχέση της με
τον αυριανό
της εταίρο, την
επανενωμένη
Κύπρο, διότι
είναι
προφανές ότι
όσο υπάρχουν
στρατεύματα
κατοχής στο
νησί, η Τουρκία
δεν πρόκειται
να γίνει μέλος.
Πιστεύω λοιπόν
ότι εάν μέχρι
τον Ιούνιο δεν
βρεθεί λύση
στο ζήτημα του
Πρωτοκόλλου
και των λοιπών
υποχρεώσεών
της, η Τουρκία
διατρέχει τον
κίνδυνο να δει
τη διαδικασία
να παγώνει
μέχρι να
βρεθεί λύση.
Απλά και
ξεκάθαρα, ώστε
κανένας να μην
κρύβεται πίσω
από το Κυπριακό,
αλλά και για να
λέμε τα
πράγματα με το
όνομά τους.
Ακολουθεί
το πλήρες
κείμενο της
ομιλίας
(μετάφραση από
την αγγλική):
Κυρίες
και Κύριοι,
Μου
δίδει μεγάλη
χαρά που μπορώ
να είμαι εδώ
σήμερα και να
συζητήσω μαζί
σας.
Τους
τελευταίους 14
μήνες, κάθε
φορά που ένας
Υπουργός από
την Ελλάδα
βρίσκεται
ενώπιον
ακροατηρίου,
όλοι
περιμένουν
από αυτόν να
μιλήσει για
την τρέχουσα
οικονομική
κρίση και τις
συνέπειές της
στην Ελλάδα
και την Ε.Ε. ως
σύνολο. Σήμερα,
ωστόσο, θα
ήθελα να μην
ακολουθήσω τα
ειωθότα και να
εστιάσω σε ένα
διαφορετικό
ζήτημα. Ένα
ζήτημα που
νομίζω ότι
είναι εξίσου
ζωτικής σημασίας
για το μέλλον
της Ένωσής μας:
τη διαδικασία
της διεύρυνσης.
Εντούτοις,
αυτό δεν
σημαίνει ότι
θα αποφύγω να
σας περιγράψω
πώς έχουν τα
πράγματα αυτή
τη στιγμή στην
Ελλάδα στο
μέτωπο της
οικονομίας.
Κάναμε
μέσα στον έναν
αυτό χρόνο
τεράστιες
αλλαγές. Η
Ελλάδα
πλησίασε στο
χείλος της
κατάρρευσης. Κι
όμως,
κατόρθωσε να
αποφύγει την
καταστροφή.
Βρήκαμε το
κουράγιο να
αντιμετωπίσουμε
προβλήματα, τα
οποία θα
έπρεπε να
είχαμε
αντιμετωπίσει
καιρό πριν.
Ξεκινήσαμε με
ένα πολύ
μεγάλο
έλλειμμα,
μεγαλύτερο
του 15%, και
καταφέραμε να
το
περικόψουμε
κατά 6% - γεγονός
χωρίς
προηγούμενο,
από κάθε άποψη.
Αναλάβαμε να
υλοποιήσουμε
μεταρρυθμίσεις,
ώστε να
ανοίξουν τα
κλειστά
επαγγέλματα.
Κάναμε
μεγάλες
αλλαγές στο
φορολογικό
μας σύστημα
–αλλαγές που
έχουν ήδη ψηφιστεί
-, ώστε να
μειώσουμε τη
φοροδιαφυγή,
αλλά και να
αναδιανείμουμε
το εισόδημα
κατά πιο
δίκαιο και
βιώσιμο τρόπο.
Έχουμε πλέον
ένα νέο
σύστημα
κατάρτισης
του
προϋπολογισμού,
που δεν
επιτρέπει τη
δημιουργία
«κρυφών»
ελλειμμάτων.
Αλλάξαμε εκ
θεμελίων το συνταξιοδοτικό
μας σύστημα.
Περάσαμε από
τη Βουλή
νόμους που
προωθούν την
«πράσινη»
ανάπτυξη,
διανοίγοντας
κατά τον τρόπο
αυτό για τη
χώρα μας νέα
πεδία δραστηριοποίησης,
όπου
διαθέτουμε
ανταγωνιστικό
πλεονέκτημα.
Είμαστε στο
σωστό δρόμο.
Και
μετατρέπουμε
αυτή την
υπόθεση από
μια ιστορία
πιθανής
καταστροφής
σε μια επιτυχημένη
ιστορία για τη
χώρα μας.
Η
Ευρωπαϊκή
Ένωση στάθηκε
στο πλευρό μας
σε κάθε βήμα
αυτής της
πορείας και
εκφράζουμε
την ευγνωμοσύνη
μας σε όλους
τους εταίρους
μας, για την
υποστήριξη
και την
αλληλεγγύη
τους.
Εντούτοις, η Ε.Ε.
είχε να
αντιμετωπίσει
και τα δικά της
δημοσιονομικά
και θεσμικά
προβλήματα,
είχε να
αντιμετωπίσει
μία κρίση
χωρίς προηγούμενο.
Αν υπάρχει ένα
δίδαγμα για
την Ε.Ε. από αυτή
την κρίση, τότε
είναι αυτό: ότι
δεν μπορεί να
υπάρξει ένα
σταθερό κοινό
νόμισμα χωρίς
κοινή οικονομική
πολιτική. Για
το λόγο αυτό, η
Ε.Ε.
δημιούργησε
ένα μηχανισμό
οικονομικής
υποστήριξης.
Και η Ευρώπη μπορεί
μεν να μην
ανέλαβε δράση
αρκετά
γρήγορα, ώστε
να προλάβει
τις αγορές,
αλλά εν τέλει
έδρασε – και, μάλιστα,
για τα
δεδομένα της
Ε.Ε. πολύ
γρήγορα -, γιατί
σε τελική
ανάλυση
ξέρουμε καλά
ότι αυτή η υπόθεση
μας αφορά
όλους.
Μαζί
με τους
εταίρους μας,
καταφέραμε να
φτιάξουμε
έναν
μηχανισμό που
υποστηρίζει
την Ελλάδα
αυτή τη
δύσκολη
περίοδο. Ο
μηχανισμός
αυτός
αποτελεί τώρα
το πρότυπο για
το μελλοντικό
μόνιμο
μηχανισμό της
Ε.Ε., που θα
προστατεύει
και θα ενισχύει
την
Οικονομική
μας Ένωση. Χθες,
η Ιρλανδία
έκανε ένα
τολμηρό βήμα
και ζήτησε την
υποστήριξη
και την
αλληλεγγύη
των εταίρων
της. Είμαι
βέβαιος ότι η
Ιρλανδία θα τα
καταφέρει και
ότι η Ε.Ε. θα ανταποκριθεί
στις
προσδοκίες
που υπάρχουν. Η
Ελλάδα αποτελεί
ζωντανή
απόδειξη ότι
αυτό είναι
εφικτό.
Και
τώρα, κυρίες
και κύριοι,
επιτρέψτε μου
να στραφώ προς
το μέλλον.
Επιτρέψτε μου
να στραφώ στο
θέμα της
διεύρυνσης
της Ε.Ε.
Σε
λίγες ημέρες
θα επαναλάβουμε
την ετήσια
ιεροτελεστία
της
αξιολόγησης των
υποψηφίων
χωρών. Θα
βασιστούμε
στις εκθέσεις
της Επιτροπής
που
προετοιμάστηκαν
με τη γνωστή διαδικασία
συμβιβασμών
και πολιτικών
υπολογισμών.
Θα
διαπραγματευθούμε
σκληρά τα
συμπεράσματά
μας, ώστε να
ανταποκριθούμε
στις
επικοινωνιακές
προσδοκίες
της εσωτερικής
και
ευρωπαϊκής
«ελίτ» που
συνεχίζει να
ασχολείται με
το θέμα της
διεύρυνσης,
δεδομένου ότι
η ευρεία κοινή
γνώμη χάνει το
ενδιαφέρον
της. Στη συνέχεια
θα
επιστρέψουμε
ήσυχα στις
δουλειές μας,
μέχρι του χρόνου,
οπότε θα
βγάλουμε από
το πατάρι το
φάκελο «διεύρυνση»
για να τα
κάνουμε πάλι
όλα από την
αρχή.
Η
διαδικασία
της
διεύρυνσης
έχει χάσει την
πολιτική ορμή
της. Έχει
εξελιχθεί σε
μια
γραφειοκρατική,
μηχανική και
τεχνοκρατική
διαδικασία,
και αυτό παρά
τις άοκνες
προσπάθειες
της Επιτροπής
και του αρμόδιου
κ. Φούλε να της
προσδώσουν
πολιτικά
χαρακτηριστικά.
Αυτό από μόνο
του δεν είναι
κακό και σίγουρα
είναι
απαραίτητο.
Ούτως ή άλλως
το να συντονίσεις
και τελικά να
ομογενοποιήσεις
μερικές χιλιάδες
σελίδες
νομοθεσίας
σίγουρα δεν
προκαλεί τις
συγκινήσεις
κατασκοπευτικού
μυθιστορήματος
δράσης με πρωταγωνιστή
τον Τζέιμς
Μποντ, αλλά
είναι
απαραίτητο
για να
ενσωματώσεις
ένα κράτος
στην ΕΕ. Χωρίς
όμως πολιτική
ραχοκοκαλιά,
το εγχείρημα
είναι καταδικασμένο
να βυθιστεί
στο τέλμα της
νομικίστικης
παραβολής
νομοθετικών
κειμένων.
Δεν
ήταν πάντα
έτσι. Η ιστορία
των
διαδοχικών
διευρύνσεων
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης είναι
μια ιστορία
μεγάλων και
τολμηρών
πολιτικών
υπερβάσεων. Επιτρέψτε
μου να αναφέρω
δύο
παραδείγματα
που αφορούν
άμεσα τη χώρα
μου.
Το
πρώτο αφορά
την Τουρκία
και την
αναγόρευσή
της σε
υποψήφια προς
ένταξη χώρα
στο Ελσίνκι το
1999. Μέχρι εκείνη
τη στιγμή
ποιος αλήθεια
πίστευε σε μια τέτοια
εξέλιξη; Η
Τουρκία είναι
συνδεδεμένο
μέλος από το 1963
και έχει
υποβάλει αίτηση
ένταξης από το
1987. Για τους
περισσότερους
από τους
εταίρους μας, η
υπόθεση της
ένταξης της
Τουρκίας
έμοιαζε να
είχε θαφτεί
κάτω από το
Κυπριακό, τα
ελληνο –
τουρκικά και
μια
απροσδιόριστη
κοινή εντύπωση
ότι δήθεν στην
Τουρκία
τίποτα δεν
πρόκειται
ποτέ να
αλλάξει. Κι
όμως, η Ελλάδα
έκανε τη μεγάλη
υπέρβαση το 1999.
Στο Ελσίνκι
είπε ναι, υπό
όρους μεν, αλλά
ναι στην πλήρη
ένταξη της
Τουρκίας στην
Ε.Ε. Από τότε η
ευρωπαϊκή
πορεία της
Τουρκίας
μπήκε σε
τροχιά και
συνάμα – τι
ειρωνεία –
ακούστηκε για
πρώτη φορά από
κάποιους ο
προβληματισμός
για το αν η Τουρκία
ανήκει
πραγματικά
στην Ευρώπη.
Αλλά σε αυτό ας
επανέλθουμε
αργότερα.
Το
δεύτερο
παράδειγμα
αφορά τη
διεύρυνση της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης στα
Βαλκάνια.
Ξέρουμε όλοι
ότι σταθμός
στην πορεία
αυτή υπήρξε
μέχρι τώρα η
«Ατζέντα της
Θεσσαλονίκης»,
που υιοθετήθηκε
υπό την
Ελληνική
Προεδρία το 2003. Η
αξία όμως της
Συνόδου της
Θεσσαλονίκης
δεν έγκειται
μόνο σε αυτή
καθεαυτή τη
διαδικασία
σταθεροποίησης
και σύνδεσης
που
προδιέγραψε η
«Ατζέντα».
Έγκειται στο
πολιτικό
όραμα που
περιέγραψε
στους λαούς
των Βαλκανίων
ότι μια μέρα τα
μίση θα είναι
παρελθόν και ότι
όλοι θα
απολαμβάνουν
ελευθερία και
ευημερία σε
έναν ενιαίο,
ευρωπαϊκό
χώρο.
Σήμερα,
με διάφορες
δικαιολογίες
έχουμε
εγκαταλείψει
την
προσπάθεια να
μιλάμε
πολιτικά. Στο
όνομα του
ελάχιστου
κοινού παρονομαστή,
έχουμε χάσει
το όραμα.
Είμαστε
πολλοί για να
συμφωνήσουμε.
Νιώθουμε
«διευρυνσιακή
κόπωση». Τα
υποψήφια
κράτη-μέλη
απέχουν πολύ
από την εκπλήρωση
των προδιαγραφών
μας.
Δικαιολογίες
υπάρχουν
πολλές. Δικαιολογίες
που
επιχειρούν να
αναπληρώσουν
την απουσία
οράματος που
μας
χαρακτηρίζει.
Αυτό όμως είναι
στο χέρι μας να
αλλάξει. Η
Ευρώπη,
άλλωστε, χτίστηκε
πάνω σε ένα
όραμα: στην
Ευρωπαϊκή
Ολοκλήρωση της
ηπείρου μας.
Σήμερα θέλω να
σας προτείνω
τον τρόπο για
να ξαναδώσουμε
πνοή στο όραμα
αυτό.
Ξεκινώ
από τα
Βαλκάνια, την
«πίσω αυλή» της
Ευρώπης. Κύρια
χαρακτηριστικά
της το μικρό
μέγεθος και τα μεγάλα
προβλήματα. Η
ανομοιογένεια
του πληθυσμού,
η
διαφορετικότητα
φυλών και
θρησκειών και
η γενικευμένη
αίσθηση ότι
όλοι αξίζουν
κάτι καλύτερο
από αυτό που
έχουν. Ότι όλοι
έχουν
αδικηθεί, κατά
κανόνα από το
γείτονά τους
και έχουν
ιστορικό
χρέος να
ανταποδώσουν. Ο
φαύλος κύκλος
των
συγκρούσεων
και της βίας
μοιάζει
ανίκητος και
πράγματι, τη
στιγμή που η
Γερμανία και η
Ευρώπη
γιόρταζαν την
επανένωσή
τους, για τα
Βαλκάνια
ξεκινούσε
ένας νέος
κύκλος
αίματος και
βίας.
Ο
μόνος τρόπος
για να σπάσει
αυτός ο κύκλος
είναι η
ευρωπαϊκή
προοπτική. Και
ήδη απέδειξε
το σταθεροποιητικό
και
αναπτυξιακό
της ρόλο, όπως
επιβεβαιώνει
η ταχεία
πρόοδος της
Βουλγαρίας
και της
Ρουμανίας, που
σήμερα είναι
πρωτοπόροι
στην κοινή μας
προσπάθεια να
δώσουμε ξανά
ουσία στην
ευρωπαϊκή
προοπτική των
κοινών μας
γειτόνων.
Όλοι
πλέον
γνωρίζετε την
«Ατζέντα 2014». Την
ελληνική
πρωτοβουλία
για την
υιοθέτηση ενός
οροσήμου που
θα
λειτουργήσει
σαν πυξίδα
στην ενταξιακή
προσπάθεια
των Δυτικών
Βαλκανίων. Όταν
θα
συμπληρώνονται
100 χρόνια από τα
γεγονότα που συνέβησαν
στη Βαλκανική
και οδήγησαν
ολόκληρη την
Ευρώπη στο
πρώτο μεγάλο
πόλεμο του
περασμένου
αιώνα, αντί για
μια «μαύρη
επέτειο» εμείς
ας έχουμε
αφορμή να
γιορτάσουμε
την επιτυχία
του
μεγαλύτερου
ειρηνευτικού
εγχειρήματος
στην
ευρωπαϊκή
ιστορία. Είμαστε
ρεαλιστές.
Γνωρίζουμε
ότι οι
μεταρρυθμίσεις
που πρέπει να
γίνουν είναι
πολλές.
Γνωρίζουμε
ότι το 2014 είναι πολύ
κοντά για να
αποτελέσει
έτος
τερματισμού.
Όμως ο
συμβολισμός
που
αντιπροσωπεύει
η πρωτοβουλία
μας ήδη
λειτούργησε
ως καταλύτης,
προκειμένου να
ξαναβάλουμε
τα Βαλκάνια
στο τραπέζι
των συζητήσεων
με τρόπο πιο
δυναμικό.
Τους
τελευταίους
μήνες είχαμε
μια σειρά από
εξελίξεις που
επιβεβαίωσαν
ότι υπάρχει
δυναμική και πολιτικό
ενδιαφέρον.
Τον Ιούνιο
πραγματοποιήθηκε
η Σύνοδος Ε.Ε. –
Δυτικών
Βαλκανίων στο
Σεράγεβο. Πριν
από λίγες
εβδομάδες το
Συμβούλιο Υπουργών
Δικαιοσύνης
και
Εσωτερικών
υποθέσεων αποφάσισε
την άρση του
καθεστώτος
θεωρήσεων για
την είσοδο στο
χώρο Σένγκεν
για τους
πολίτες της Βοσνίας
& Ερζεγοβίνης
και της
Αλβανίας, ενώ
το μέτρο αυτό
ισχύει ήδη από
πέρσι για τους
πολίτες της ΠΓΔΜ,
της Σερβίας
και του
Μαυροβουνίου.
Το Συμβούλιο
ζήτησε τη γνώμη
της Επιτροπής
για την
απόδοση στη
Σερβία καθεστώτος
υποψηφίου
προς ένταξη,
ενώ η γνώμη της
Επιτροπής για
το
Μαυροβούνιο
είναι ήδη
θετική. Και
φυσικά η
Κροατία έχει
σχεδόν
ολοκληρώσει
τις διαπραγματεύσεις
των
ενταξιακών
κεφαλαίων.
Πολλά
κράτη μέλη
ανέπτυξαν
πρωτοβουλίες
προς την ίδια
κατεύθυνση.
Ακούστηκαν
συγκεκριμένοι
στόχοι, όπως το
2020. Αυστρία,
Σλοβενία,
Ιταλία,
Ισπανία αλλά
και άλλες
χώρες, έβαλαν
το πολιτικό
τους βάρος στην
κοινή
προσπάθεια. Στόχος
μας είναι
πλέον να της
δώσουμε σάρκα
και οστά. Να
συγκεντρώσουμε
και να
οργανώσουμε
όλες αυτές τις
ιδέες και να
τις
μετατρέψουμε
σε κάτι χρήσιμο
πρώτα από όλα
για τους
πολίτες των
Βαλκανίων, ώστε
να νοιώσουν
ότι ανήκουν
στην
ευρωπαϊκή
οικογένεια.
Κάτι που θα
τους δώσει
δύναμη να
στηρίξουν τις
μεταρρυθμίσεις
και να
απαιτήσουν
πιο γρήγορες
αλλαγές.
Το 2014 η
Ελλάδα θα έχει
την Προεδρία
της ΕΕ. Σκοπός
μας είναι να
συγκαλέσουμε
μια σύνοδο
κορυφής ΕΕ-Δυτικών
Βαλκανίων. Να
κάνουμε τη
Θεσσαλονίκη
ΙΙ, στην οποία
θα
υιοθετήσουμε
μια πολιτική
διακήρυξη η οποία
θα θέτει ένα
συγκεκριμένο,
φιλόδοξο αλλά
ρεαλιστικό
στόχο για την
ολοκλήρωση
της
διαδικασίας
ένταξης των
χωρών των Δ.
Βαλκανίων. Μια
διακήρυξη που
θα
περιλαμβάνει
ταυτόχρονα
όλα εκείνα τα
βήματα
προόδου που
απαιτούνται.
Που θα
καθοδηγεί τις
χώρες αυτές
στην
προσπάθειά
τους,
αναθέτοντας
σε συγκεκριμένα
κ-μ το ρόλο του
«μέντορα», ο
οποίος θα
συμπαραστέκεται
σε κάθε βήμα
του υποψηφίου.
Προβλέπω τη
δημιουργία
κοινών ομάδων
εργασίας
υποψηφίων και
κρατών-μελών,
απόσπαση
στελεχών της
δημόσιας
διοίκησης από
τα κ-μ στις
υποψήφιες,
παροχή
τεχνογνωσίας,
εκπαιδευτικά
σεμινάρια,
συνεχείς
αξιολογήσεις
και προετοιμασία
των υποψηφίων,
στενή
συνεργασία με
την Επιτροπή, η
οποία θα
πρέπει να
αυξήσει το
ρόλο της στην
επικράτεια
των υποψηφίων.
Δεν μπορούμε
πια να
περιμένουμε
να γίνουν τα
πράγματα μόνα
τους. Πρέπει να
«παίξουμε
επιθετικά»,
προκειμένου
να αποκτήσει η
διαδικασία
ζωντάνια και ο
κόσμος να δει
αποτελέσματα.
Στη
Σύνοδο
Κορυφής της
Θεσσαλονίκης
ΙΙ θέτουμε τρεις
βασικούς
στόχους.
Πρώτον,
να
δημιουργήσουμε
το «Group 2014», που
θα
αποτελείται
από κ-μ που θα
σχηματίσουν
«συμμαχίες
προετοιμασίας»
με τις
υποψήφιες και
θα συμμετέχουν
ενεργά στη
διαδικασία,
καθώς θα
τελούν και οι
ίδιες υπό
κρίση της
αποτελεσματικότητας
της βοήθειας
που
προσφέρουν.
Δεύτερον,
να
αναπτύξουμε
στενούς
δεσμούς
συνεργασίας
μεταξύ των
υποψηφίων σε
περιφερειακό
επίπεδο,
αναπτύσσοντας
τα υπάρχοντα
σχήματα, αλλά
δίνοντας πολύ
μεγαλύτερη
έμφαση στη
μεταξύ τους
διάδραση. Δεν
πρέπει να
αφήσουμε να
πάει χαμένο το
“κεκτημένο
συνεργασίας”
που έχει
χτιστεί μέσω
της SEECP και του
RCC.
Ούτε να
αφήσουμε
αναξιοποίητα
θεματικά
δίκτυα συνεργασίας,
όπως η
Ενεργειακή
Κοινότητα της
ΝΑ Ευρώπης.
Τρίτον,
να
συμφωνήσουμε
στην ημέρα.
Στην ημέρα που
θα αποτελέσει
το στόχο μας
για πλήρη
ένταξη. Αυτός
θα είναι ο νέος
καταλύτης της
αλλαγής και
της προόδου. Θα
είναι το
κίνητρο για
μεταρρυθμίσεις
και το μέτρο
που θα
αξιολογεί τις
κυβερνήσεις
της περιοχής.
Θα είναι η
ζωντανή
δέσμευση της
Ευρώπης, ότι τα
Δυτικά Βαλκάνια
είναι μέρος
της
οικογένειας
και ότι η
Ευρώπη δεν θα
αφήσει ποτέ
ξανά να
επαναληφθούν
τα εγκλήματα του
παρελθόντος.
Δεν θα
μπω σε
συζήτηση κατά
χώρα για δύο
λόγους: πρώτον
γιατί η
προσέγγισή μας
είναι
περιφερειακή
και δεύτερον,
γιατί θα έχουμε
την ευκαιρία
να κάνουμε
αυτό το
διάλογο αναλυτικά
στη δεύτερη
φάση της
συζήτησής μας.
Περνάω
τώρα στη
δεύτερη
περιοχή
ενδιαφέροντος
της σημερινής
παρουσίασης,
την Τουρκία.
Δεν θα
ξεκινήσω με
παρουσίαση
των
ιδιαίτερων
χαρακτηριστικών
της Τουρκίας του
τύπου πόσο
μεγάλη, πόσο
μουσουλμανική
ή πόσο διαφορετική
είναι από την
υπόλοιπη
Ευρώπη. Ούτε θα
μιλήσω για τις
γνωστές
αντιδράσεις
που αυτή η διαφορετικότητα
προκαλεί.
Άλλωστε είναι
πεποίθησή μου
ότι κάθε κράτος-μέλος
και κάθε
υποψήφια χώρα
είναι διαφορετικές.
Είναι
μοναδικές και
αυτή η
διαφορετικότητα
μπορεί να
είναι
παράγοντας
ισχύος αντί
ανακλαστικού
φόβου και
αδυναμίας.
Εκεί
που θα δώσω
έμφαση είναι
στην
ειλικρίνεια. Πρώτη
προϋπόθεση
για την
αντιμετώπιση
ενός
προβλήματος
είναι να
αναγνωρίσεις
ότι το έχεις.
Όμως εμείς,
αντί να
αναγνωρίσουμε
το πρόβλημα
που έχουμε ως
προς την
Τουρκία,
αντίθετα πρωταγωνιστούμε
σε μια κακή
θεατρική
παράσταση με τίτλο:
«τουρκική
ενταξιακή
διαδικασία».
Το
γεγονός είναι
ότι η
απροθυμία
ορισμένων
κρατών - μελών,
που εκπηγάζει
από, αλλά και
τροφοδοτεί, τα
φοβικά
σύνδρομα της
κοινής
γνώμης, έχουν
αφαιρέσει όχι
μόνο το όραμα,
αλλά και το
οξυγόνο από τη
διαδικασία.
Την ίδια
στιγμή, η
γεμάτη
καθυστερήσεις
και
υπαναχωρήσεις
μεταρρυθμιστική
διαδικασία
στην Τουρκία
έχουν αφαιρέσει
την
καθημερινή
τροφή που
χρειάζεται
προκειμένου η
διαδικασία να
μείνει
ζωντανή.
Τέλος,
η άρνηση της
Τουρκίας να
εκπληρώσει
τις υποχρεώσεις
της απέναντι
στην Κυπριακή
Δημοκρατία
και τους 27
μειώνει δραματικά
το προσδόκιμο
ζωής της
διαδικασίας.
Μιλάμε δυστυχώς
για το μεγάλο
ασθενή της
πολιτικής
διεύρυνσης,
και οι ελπίδες
για ανάρρωση
είναι
ελάχιστες.
Η
ιστορία, και
συγκεκριμένα
η πορεία προς
το 1999 μας έχει
διδάξει ότι
χρειάζεται
όραμα, αλλά και
θάρρος για να
γίνει το άλμα
που θα δώσει το
φιλί της ζωής στη
διαδικασία.
Όπως και τότε,
σήμερα η
Ελλάδα μπορεί
να παίξει το
ρόλο του
καταλύτη, ώστε
να πέσουν οι
μάσκες του
έργου που
παίζουμε και η
διαδικασία να
ξαναγίνει
πολιτική και
πρωτίστως
ζωντανή.
Με
δεδομένο ότι
στην Τουρκία, ο
Πρωθυπουργός
Ερντογάν έχει
προκηρύξει
εκλογές για
τις αρχές
Ιουνίου, σκέφτομαι
την
πραγματοποίηση
μιας Συνόδου
Κορυφής Ε.Ε. –
Τουρκίας στο
τέλος Ιουνίου
ή το φθινόπωρο
του επόμενου
έτους. Θα
επισκεφθώ τη
Βουδαπέστη
την Τετάρτη, για
να συζητήσω
την ιδέα αυτή
με την
Ουγγρική
Προεδρία, και
φυσικά θα
ήθελα να τη
συζητήσω και
με τους Πολωνούς
φίλους μας.
Σκοπός της
Συνόδου θα
είναι η
υιοθέτηση
μιας
πολιτικής
διακήρυξης
που θα αναπτύσσει
ένα νέο οδικό
χάρτη για την
ενταξιακή πορεία
της Τουρκίας.
Ένα «νέο
Ελσίνκι», με
σαφώς
προσδιορισμένα
χρονοδιαγράμματα
και ορόσημα,
πλήρως
χαρτογραφημένες
τις
υποχρεώσεις
της Τουρκίας
και το ρυθμό
εκπλήρωσής
τους και μια
συγκεκριμένη
ημερομηνία
ένταξης της
Τουρκίας στην
ΕΕ, υπό την
αίρεση φυσικά
της σχετικής
κύρωσης από τα
κράτη-μέλη,
αλλά και την
Τουρκία.
Συνομιλητής
μας θα είναι
μια τουρκική
κυβέρνηση με
νωπή λαϊκή
εντολή που θα
μπορεί και θα
έχει κάθε
συμφέρον να
δώσει και να
λάβει
εγγυήσεις για
μια
ουσιαστική
σχέση με την ΕΕ.
Ελπίζω ότι θα
είναι μια τουρκική
κυβέρνηση που
αντί για
ρητορικούς
κομπασμούς θα
επιλέξει
σιωπηρές, αλλά
γενναίες
μεταρρυθμίσεις.
Που θα
σταματήσει να
κοιτάει τον
εαυτό της σε
μεγεθυντικό
καθρέπτη και
θα
συνειδητοποιήσει
ότι οι κανόνες
της ΕΕ ισχύουν
για όλους και
δεν πρόκειται
να λυγίσουν
για χάρη
καμίας
υποψήφιας, όσο
σημαντικό κι
εάν θεωρεί τον
εαυτό της.
Η
επιτυχία μιας
τέτοιας
πρωτοβουλίας,
ωστόσο, εξαρτάται
από μια
ειλικρινή
συζήτηση
μεταξύ μας. Δεν
αμφισβητώ τις
επιφυλάξεις
ορισμένων.
Αυτό που ζητώ
είναι να μην
προκαταλαμβάνουμε
το αποτέλεσμα,
ούτε να
μετακινούμε
τα δοκάρια στη
μέση του αγώνα.
Ο κανόνας που
πρέπει να τηρήσουμε
λέει ότι ο
δρόμος για
πλήρη ένταξη
πρέπει να
είναι
ανοικτός. Αυτό
είναι το
προϊόν της
ομόφωνης
απόφασής μας
όταν δώσαμε
καθεστώς
υποψήφιας χώρας
στην Τουρκία. Η
ώρα της κρίσης
είναι ακόμα
μακριά. Οφείλουμε
όμως να
είμαστε
δίκαιοι και
συνεπείς στις δεσμεύσεις
μας. Ο τρόπος με
τον οποίο κάθε
κράτος-μέλος
θα αποφασίσει
για την ένταξη
της Τουρκίας επαφίεται
στο ίδιο. Δεν
πρέπει όμως να
ξεχνάμε ότι τότε,
θα μιλάμε για
μια άλλη χώρα.
Δεν έχει νόημα
να σας απαριθμήσω
για πόσους
λόγους δεν
μπορεί η
Τουρκία να
γίνει σήμερα
μέλος της ΕΕ. Θα
ήμασταν εδώ
μέχρι το βράδυ.
Όμως γνωρίζω
ότι όταν αυτό
το ερώτημα τεθεί
στους
Ευρωπαίους
πολίτες σε
μερικά χρόνια,
δεν θα αφορά τη
σημερινή
Τουρκία, αλλά
την ευρωπαϊκή
Τουρκία, που θα
συμμορφώνεται
με το διεθνές
δίκαιο και θα
τηρεί την αρχή
της καλής
γειτονίας, που
θα προστατεύει
τη
θρησκευτική
ελευθερία
όλων των πολιτών
της, που θα
σέβεται τα
δικαιώματα
όλων των μειονοτήτων
που διαβιούν
στην
επικράτειά
της.
Από
την πλευρά της,
η τουρκική
κυβέρνηση που
θα προκύψει
από τις
εκλογές του
Ιουνίου θα
πρέπει να ξεκαθαρίσει
τι θέλει. Για
την ώρα η
ευρωπαϊκή
διαδικασία
χρησιμοποιείται
ως εργαλείο
και όχι ως σκοπός.
Νομίζω
μάλιστα ότι
τόσο στην
Τουρκία, όσο
και στην
Ευρώπη
ξεχνάμε πώς
βασική
κινητήρια
δύναμη για τις
μεγάλες
εσωτερικές
αλλαγές που
έχουν γίνει τα
τελευταία
χρόνια ήταν η
ευρωπαϊκή
προοπτική, που
έβαλε όρια
στις παρωχημένες
αντιστάσεις
του
κατεστημένου
και επέτρεψε
την ανάδειξη
νέων
πολιτικών
δυνάμεων που
στο παρελθόν δεν
μπορούσαν να
εκφρασθούν.
Όσο πιο
ζωντανή είναι
η ευρωπαϊκή
διαδικασία,
τόσο πιο
δημοκρατική
γίνεται η
Τουρκία.
Κλείνω
με το Κυπριακό
και είμαι
έτοιμος να
συνεχίσουμε
τη συζήτηση με
ερωτήσεις και
απαντήσεις.
Είπα ότι
βασικό
συστατικό για
να σπάσουμε το φαύλο
κύκλο είναι η
ειλικρίνεια,
έστω και εάν
αυτό σημαίνει
ρήξη. Και
πιστεύω ότι
ορισμένες
φορές η κρίση
μπορεί να
γίνει
ευκαιρία, να
προκαλέσει αλλαγές
και ίσως να
φέρει λύσεις
σε αδιέξοδα. Το
σημερινό «κακό
θέατρο» πρέπει
να σταματήσει.
Εάν
πραγματικά η
Τουρκία
επιθυμεί να
προχωρήσει,
οφείλει να
ανταποκριθεί
στις
υποχρεώσεις
της. Σε τελική
ανάλυση μιλάμε
για τη σχέση
της με τον
αυριανό της
εταίρο, την
επανενωμένη
Κύπρο, διότι
είναι
προφανές ότι όσο
υπάρχουν
στρατεύματα
κατοχής στο
νησί, η Τουρκία
δεν πρόκειται
να γίνει μέλος.
Πιστεύω
λοιπόν ότι εάν
μέχρι τον
Ιούνιο δεν
βρεθεί λύση
στο ζήτημα του
Πρωτοκόλλου
και των λοιπών
υποχρεώσεών
της, η Τουρκία
διατρέχει τον
κίνδυνο να δει
τη διαδικασία
να παγώνει
μέχρι να
βρεθεί λύση.
Απλά και
ξεκάθαρα, ώστε
κανένας να μην
κρύβεται πίσω
από το
Κυπριακό, αλλά
και για να λέμε
τα πράγματα με
το όνομά τους.
Διότι είναι σαφές
πως ο
μεγαλύτερος
κερδισμένος
από την ένταξη της
Τουρκίας στην
ΕΕ θα είναι η
Κυπριακή
Δημοκρατία και
ο λαός της, που
θα μπορέσει
επιτέλους να
ζήσει και να
απολαύσει τα
οφέλη της
συμμετοχής
στο μεγαλύτερο
εγχείρημα
ειρήνης στην
ιστορία.
Η
επιτυχία της
διευρυνσιακής
διαδικασίας
συναρτάται
άμεσα με την
εμβάθυνση της
ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης.
Δεν μπορούμε
να
επιτρέψουμε
σε αυτή την
κρίση να μας
οδηγήσει σε
ακόμη
μεγαλύτερη
εσωστρέφεια.
Επείγει να βρούμε
την κατάλληλη
λύση για τις
οικονομικές
δυσκολίες και
να
εξοπλίσουμε
την Ένωση με τα
απαραίτητα
μέσα. Η
σταθερότητα
του ευρώ είναι
επιβεβλημένη.
Πρέπει σε αυτή
την
κατεύθυνση να
δημιουργηθεί
ένας μόνιμος
μηχανισμός
και να
κατοχυρωθεί
στη Συνθήκη. Η αρχή
της
αλληλεγγύης
πρέπει να
οδηγεί τις
ενέργειές μας
τόσο στο
εσωτερικό όσο
και στις
σχέσεις μας με
τους γείτονές
μας.
Σας
ευχαριστώ
πολύ.
Ερωτήσεις-Απαντήσεις
Ερώτηση
(Γερμανική
τηλεόραση – ARD):
Το ερώτημά μου
είναι πώς θα
αντιδρούσατε,
κύριε Δρούτσα,
αν η κυρία
Μέρκελ
επιμένει ξανά
και ξανά για τη
λεγόμενη
ειδική σχέση;
Ερώτηση
(Ευρωπαϊκή
Επιτροπή –
Διαρθρωτικά
Ταμεία): Ο
Υπουργός μίλησε
για
ειλικρίνεια
κι ότι αν
θέλουμε να
δεχθούμε την
Τουρκία ως
πλήρες μέλος
πρέπει να
είμαστε ειλικρινείς
μαζί της.
Ειλικρίνεια
σημαίνει να
προσφέρουμε
την ίδια
στήριξη που
προσφέραμε
και στους υπόλοιπους.
Και με σαφείς
όρους, αυτό
σημαίνει ότι
θα δοθούν πολλά
δισεκατομμύρια
ευρώ στην
Τουρκία αν
είμαστε
ειλικρινείς
μαζί της. Το
ερώτημα αφορά
και τις άλλες
χώρες που
αναφέρατε – στα
Βαλκάνια – αυτό
σημαίνει μια
τεράστια
οικονομική
προσπάθεια.
Και το ερώτημα
είναι ποιος
είναι σε θέση
να καταβάλει
αυτή την οικονομική
προσπάθεια;
Ποιος θα
πληρώσει το
λογαριασμό; Οι
Γερμανοί;
Ερώτηση
(Συμβούλιο):
Έχω δύο
ερωτήσεις. Η
πρώτη είναι αν
πιστεύετε ότι αυτή
τη φορά θα
πρέπει να
περιλάβουμε
στα συμπεράσματα
την απαίτησή
μας για άρση
του casus
belli
από πλευράς
της Τουρκίας;
Και το δεύτερο
για την Τουρκία:
ποια είναι η
θέση της
Ελλάδας για
τις συνομιλίες
υπό την αιγίδα
του ΟΗΕ και εάν
η ένταξη της Τουρκίας
μπορεί να
επηρεαστεί
από μια πιθανή
αποτυχία των
συνομιλιών
υπό τον ΟΗΕ;
κ. Δ.
ΔΡΟΥΤΣΑΣ:
Είναι
σημαντικό να
υπάρχει
ανοιχτός
διάλογος, και
ακριβώς σε
αυτή την
κατεύθυνση
βαίνει αυτή η
πρώτη ιδέα αν
θέλετε, αυτή η
νέα πρόταση
για μια Σύνοδο
Κορυφής
ΕΕ-Τουρκίας.
Πιστεύω πως
έχει έρθει
πραγματικά η
στιγμή για μια
ειλικρινή
συζήτηση
μεταξύ όλων
των κρατών
μελών αλλά και
με την Τουρκία.
Πρέπει να
αποφασίσουμε
και πάλι στο
εσωτερικό της
Ευρωπαϊκής Ένωσης
ποιες είναι οι
προσδοκίες
μας όσον αφορά
στην Τουρκία.
Έχω εμπειρία
από το
παρελθόν, και
αναφέρομαι
στην περίοδο
μεταξύ 1999-2004, όταν
ήμασταν και
πάλι στην
κυβέρνηση
στην Ελλάδα
και ο
σημερινός
Πρωθυπουργός,
Γιώργος
Παπανδρέου, ως
Υπουργός
Εξωτερικών
είχε
ξεκινήσει μία
νέα πολιτική
προς την Τουρκία,
την πολιτική
της
προσέγγισης.
Αν κοιτάξετε πίσω
στο 1999, πριν από
δέκα χρόνια
περίπου, ήταν
δύσκολο την εποχή
εκείνη, όχι
μόνο όσον
αφορά στις
ελληνοτουρκικές
σχέσεις, αλλά
και στο
επίπεδο των
ευρω-τουρκικών
σχέσεων. Σε
εκείνο το
σημείο,
αποφασίσαμε να
πούμε «ας
εκμεταλλευθούμε
τη βούληση που
επέδειξε η
Τουρκία να
γίνει μέλος
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης και ας
μιλήσουμε
ανοιχτά μαζί
της, λέγοντας
της: έαν θέλετε να
ενταχθείτε,
είμαστε
έτοιμοι να σας
ανοίξουμε την
πόρτα για
ένταξη αλλά
πρέπει να
γίνουν ένα, δύο, τρία,
τέσσερα, πέντε
πράγματα».
Επρόκειτο για
μια ειλικρινή
συνομιλία
τότε και
πιστεύω ότι
αποτυπώθηκε και
στα
συμπεράσματα
της Συνόδου
Κορυφής του
Ελσίνκι τον
Δεκέμβριο του
1999 και τότε με τη
διαδικασία της
εταιρικής
σχέσης για την
προσχώρηση.
Αυτό
χάθηκε τα
τελευταία
χρόνια.
Γνωρίζω, είμαι ρεαλιστής,
πάντα λέω ότι η
εξωτερική
πολιτική της
Ελλάδας είναι
εξωτερική
πολιτική με
όραμα αλλά και
σαφή ρεαλισμό.
Γνωρίζω ότι τα
πράγματα
έχουν αλλάξει
στην Ευρωπαϊκή
Ένωση – η
συγκυρία που
κατορθώσαμε
να δημιουργήσουμε
τότε ως προς
την Τουρκία,
έχει χαθεί.
Αυτό ακριβώς
θέλουμε να
δημιουργήσουμε
και πάλι και
είμαι
πεπεισμένος
ότι αυτό
μπορεί να
γίνει μέσω
μίας ανοικτής
ανταλλαγής
απόψεων για το
πού βρισκόμαστε
και πού
θέλουμε να
πάμε. Και αυτή
η πολύ ανοιχτή
ανταλλαγή και
ειλικρίνεια
από πλευράς
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης
έγκειται στο
να δηλώσει
ότι: «Ναι, θέλουμε
να γίνει μέλος
η Τουρκία, αλλά
περιμένουμε
από την Τουρκία
να κάνει
κάποια
πράγματα.
Μπορεί να
χρειαστεί
χρόνος, αλλά
έχει έρθει και
πάλι η ώρα να
ανανεώσουμε
τις
δεσμεύσεις
μας
εκατέρωθεν.
Ελπίζω ότι με
μια τέτοια
ανοιχτή και
ειλικρινή
ανταλλαγή, οι
συζητήσεις
που
διεξάγονται
και η κοινή
γνώμη, όχι μόνο
στη Γερμανία –
γνωρίζω ότι
δεν είναι μόνο
η Γερμανία και
η κυρία Μέρκελ
που έχουν
τέτοιες ιδέες -
αλλά μόνο μέσω
μιας τέτοιας
ανοιχτής
ανταλλαγής
απόψεων και
μέσω της
ειλικρίνειας
θα μπορέσουμε
να βάλουμε τα
πράγματα πάλι
στο σωστό
δρόμο. Η
κατάσταση που
αντιμετωπίζουμε
σήμερα θα μας
οδηγήσει σε
αδιέξοδο και
δεν θα είναι
επωφελής ούτε
για την
Ευρωπαϊκή
Ένωση ούτε για
την Τουρκία.
Πιστεύω
λοιπόν ότι
έχει έρθει και
πάλι η ώρα για
ανοιχτές και
ειλικρινείς
κουβέντες, και
η προσωπική
μου άποψη
είναι ότι
αυτός είναι ο
καλύτερος
τρόπος για να
ανανεώσουμε
τις δεσμεύσεις
που έχουμε ήδη
εκφράσει στο
παρελθόν.
Όσον
αφορά την
χρηματοοικονομική
βοήθεια προς την
Τουρκία και τα
Βαλκάνια,
σίγουρα
πρόκειται για
κάτι απαραίτητο
παρόλο που
βρισκόμαστε
σε περίοδο
οικονομικής
κρίσης.
Ωστόσο, είμαι
πεπεισμένος
ότι αν βάλουμε
τα πράγματα
κάτω και δούμε
τι
διακυβεύεται, ότι
μιλάμε για τη
σταθερότητα
και την ειρήνη
σε άμεση
περιοχή της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης, τότε
ίσως θα πρέπει
να ξανασκεφτούμε
και να πούμε
ότι παρά την
οικονομική κρίση
θα πρέπει να
βρούμε τους
απαραίτητους
πόρους για να
κάνουμε τη
δουλειά μας.
Αυτή είναι η
δέσμευση που
πρέπει να
εκφράσουμε
στις καρδιές
των ανθρώπων
των χωρών
αυτών. Και
πάλι αυτό
ακριβώς λέω. Μπορεί
να μην είναι η
καλύτερη
στιγμή για να
μιλήσουμε για
οικονομική
βοήθεια, αλλά
πρόκειται για
πολύ σημαντικές
πολιτικές
αποφάσεις τις
οποίες πρέπει
να λάβουμε. Θα
ήθελα να πω και
κάτι άλλο ως
προς αυτό.
Συζητάμε για
τα οικονομικά
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Συχνά
έχει να κάνει
με τις
συζητήσεις
που θα έχουμε
τις επόμενες
εβδομάδες
στους κόλπους
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και
αυτό σε ότι
αφορά τον
προϋπολογισμό
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης - μια
πιθανή αύξηση
του ευρωπαϊκού
προϋπολογισμού.
Όλοι
γνωρίζουμε
πολύ καλά ότι
στο τελευταίο
Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο
ορισμένοι
υποστήριξαν
ότι δεν
μπορούμε να
προβούμε σε
αύξηση του ευρωπαϊκού
προϋπολογισμού
σε τόσο
δύσκολες στιγμές,
αλλά είναι
πεποίθησή μου
ότι πρέπει να
αυξήσουμε τον
προϋπολογισμό
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Σε στιγμές
κρίσης, πρέπει
να
επενδύσουμε
στους τομείς
αυτούς που
προσφέρουν
προοπτική για
το μέλλον. Αυτή
είναι η άποψη
μου. Και πάλι
είμαι
πεπεισμένος
ότι αυτός
είναι ο δρόμος
προς τα εμπρός
και αυτό
προϋποθέτει
και τις
απαραίτητες
επενδύσεις
στις χώρες των
Βαλκανίων.
Σχετικά
με το casus belli και το
Κυπριακό,
γνωρίζετε ότι
η Ελλάδα
ξεκίνησε μια
ειλικρινή και
αξιόπιστη
πορεία στενής
συνεργασίας
με την Τουρκία.
Αυτή είναι μια
πολιτική που
και πάλι
ξεκίνησε το 1999, η
πολιτική
προσέγγισης - τότε
που είπαμε «ναι,
υπάρχουν
προβλήματα
μεταξύ των δύο
χωρών,
προσπαθούμε
εδώ και πολλά
χρόνια να
βρούμε λύσεις,
αλλά δεν
έχουμε επιτύχει».
Ας
δοκιμάσουμε
λοιπόν μια
διαφορετική
προσέγγιση με
το να
επικεντρωθούμε
καταρχάς
στους τομείς
εκείνους
στους οποίους
έχουμε κοινά
ενδιαφέροντα
για να
ενισχύσουμε
τη συνεργασία
μας. Ίσως με
αυτόν τον
τρόπο να
δημιουργήσουμε
και την
απαραίτητη
ατμόσφαιρα
αμοιβαίας
εμπιστοσύνης
ώστε να
αντιμετωπίσουμε
τα πιο δύσκολα
ζητήματα.
Αυτός είναι ο τρόπος
με τον οποίο
προχωράμε και
αυτός είναι ο τρόπος
με τον οποίο
προσπαθούμε.
Αλλά και πάλι
χρειάζονται
λόγια ειλικρίνειας.
Υπάρχουν
πράγματα που
είναι πιο ανησυχητικά.
Έχουμε
προβλήματα,
για
παράδειγμα το casus belli.
Έχουμε μια
χώρα, την
Τουρκία, που
φιλοδοξεί να
γίνει κράτος
μέλος της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Αυτή η υποψήφια
προς ένταξη
χώρα απειλεί
ένα κράτος-μέλος
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης με casus belli,
σε περίπτωση
που το
κράτος-μέλος
αυτό ασκήσει
το δικαίωμα
που έχει
σύμφωνα με το
διεθνές
δίκαιο, τη
Σύμβαση για το
Δίκαιο της
Θάλασσας.
Επομένως, αυτή
είναι η
πραγματικότητα.
Πρέπει να τη
δούμε πολύ
καθαρά. Δεν
είναι συμβατή
με τις αξίες
της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Το ίδιο
ισχύει και για
τις
συνομιλίες
για το
Κυπριακό. Και
πάλι ας
είμαστε
σαφείς. Ας μην
κρυβόμαστε πίσω
από το δάχτυλό
μας. Έχουμε
ένα ζήτημα εδώ,
το Κυπριακό
ζήτημα που
είναι το
αποτέλεσμα
στρατιωτικής εισβολής
και κατοχής. Ας
μην το ξεχνάμε
αυτό. Γνωρίζω
ότι δεν είναι
καλό να το
συζητάμε και
δεν είναι καλό
να το ακούμε,
ιδίως όταν
έχει
δημιουργηθεί
αυτή η
εντύπωση, ότι η
Τουρκία είναι
τόσο σημαντικός
εταίρος. Ναι, η
Τουρκία είναι
σημαντικός
εταίρος. Δεν τίθεται
καν ερώτημα.
Δεν πρέπει
όμως να
ξεχνάμε και τα
πραγματικά
γεγονότα. Δεν
μπορούμε, μόνο
και μόνο για να
έχουμε καλές
σχέσεις με
έναν σημαντικό
εταίρο, να
ξεχάσουμε τις
ίδιες μας τις
αξίες. Η ύπαρξη
κατοχικών
δυνάμεων σε
ένα ευρωπαϊκό
κράτος μέλος
είναι
κατάφωρη
παραβίαση των
αξιών που
αντιπροσωπεύει
η Ευρωπαϊκή
Ένωση. Και
πάλι δεν θα πω
ότι ερχόμαστε
σε τροχιά
σύγκρουσης.
Βλέπετε ότι
υπάρχουν
συνεχείς
προσπάθειες.
Αλλά δεν
πρέπει να ξεχνάμε
ότι αυτά τα
ζητήματα
είναι στο
τραπέζι και
ότι καλούμαστε
να τα
αντιμετωπίσουμε.
Όσον
αφορά στις
συνομιλίες
του ΟΗΕ για την
Κύπρο. Ας
μιλήσουμε και
πάλι για την
Κύπρο με
κάποια ειλικρίνεια.
Όλοι
γνωρίζουμε
ότι υπάρχουν
προβλήματα με
αυτές τις
συνομιλίες
για την Κύπρο
υπό την αιγίδα
του ΟΗΕ από το
γεγονός ότι στο
τραπέζι
υπάρχουν και
πάλι θέσεις
που μας θυμίζουν
το παρελθόν,
δηλαδή να
ζητείται η
εξίσωση των δύο
κρατών στην
Κύπρο και των
δύο λαών.
Είμαστε της
γνώμης, και ο
Πρόεδρος
Χριστόφιας
είναι της γνώμης,
ότι πρέπει να
ξεπεράσουμε
αυτές τις
προσεγγίσεις και
θα πρέπει να
επικεντρωθούμε
σε μια
ομοσπονδία
στην Κύπρο. Και
πάλι, λόγια
ειλικρίνειας,
δεν πρόκειται
για μια εύκολη
κατάσταση
στην Κύπρο.
Ελπίζουμε
πραγματικά
ότι μπορούμε
να βρούμε τις
αναγκαίες
απαντήσεις
και ότι και
πάλι θα
μπορούμε να
είμαστε σαφείς
και να μην
ωραιοποιούμε
την εικόνα.
Question (NTV – Turkey):
Έχω δύο
σύντομες
ερωτήσεις. Η
πρώτη αφορά
στο θέμα του casus belli.
Εξ όσων
γνωρίζω από
την
αξιολόγηση
της απειλής από
το Εθνικό
Συμβούλιο Ασφάλειας
της Τουρκίας,
το ζήτημα δεν
εγείρεται πια.
Το βαθύτερο
ερώτημά μου
είναι τι χάνει
η Τουρκία εάν
δεν
εκπληρώσει
καμία από τις
προϋποθέσεις,
επειδή η
κατάσταση δεν
μπορεί να
είναι
χειρότερη
σήμερα στις
σχέσεις
μεταξύ
Ευρωπαϊκής
Ένωσης και
Τουρκίας.
Ερώτηση
(ΜΜΕ της ΠΓΔΜ):
Θα ήθελα να
κάνω μια
ερώτηση
σχετικά με το
ζήτημα της
ονομασίας.
Καταρχάς, ποια
είναι η
αντίδρασή σας
στο Συμβούλιο
τώρα που έχει
ανανεωθεί η
σύσταση της
Ευρωπαϊκής
Επιτροπής για
έναρξη
ενταξιακών
διαπραγματεύσεων;
Μιλάτε για τον
εποικοδομητικό
ρόλο της
Ελλάδας στην
περιοχή, ενώ
συνεχίζετε να
μπλοκάρετε
τις
ενταξιακές
διαπραγματεύσεις
εξαιτίας του
ζητήματος της
ονομασίας.
Πώς μπορείτε
να το
επιλύσετε
αυτό και θα ήταν
δυνατό η
Ευρωπαϊκή
Ένωση να λάβει
έναν διαμεσολαβητικό
ρόλο στο
ζήτημα της
ονομασίας,
επειδή έχει
αποδειχθεί ανεπιτυχής
τα τελευταία 15
χρόνια. Το
δεύτερο
ερώτημά μου
είναι εσείς, η
ελληνική
κυβέρνηση,
βλέπετε να
υπάρχει
κίνδυνος για
τη
σταθερότητα
της περιοχής
εξαιτίας του
ζητήματος της
ονομασίας,
επειδή η
αλβανική εθνική
ομάδα δεν
είναι
ικανοποιημένη
με αυτή την τάξη
πραγμάτων;
Ερώτηση
(Reuters):
Μας είπατε για
την ιδέα μιας
καταληκτικής
ημερομηνίας
για την ένταξη
των χωρών των
Βαλκανίων. Καταρχάς,
αυτό μπορεί να
περιλαμβάνει
και την Τουρκία;
Θα πρέπει να
υπάρξει
καταληκτική
ημερομηνία
για την
Τουρκία; Και
επίσης, ποία
πιστεύετε ότι
θα είναι αυτή η
καταληκτική
ημερομηνία;
κ. Δ.
ΔΡΟΥΤΣΑΣ:
Ας
ξεκινήσουμε
με την
τελευταία,
πολύ σαφή και ενδιαφέρουσα
ερώτηση. Θα
χαρούμε πολύ
να δούμε όλες
τις χώρες να
εντάσσονται το
συντομότερο
δυνατόν,
συμπεριλαμβανομένης
της Τουρκίας.
Αυτή είναι η
ειλικρινής
επιθυμία της
Ελλάδας. Είναι
πεποίθησή μας
ότι τα
περισσότερα
από τα εκκρεμή
ζητήματα στην
περιοχή
μπορούν να
επιλυθούν με
μια σωστή, ορθή
και επιδέξια
διαδικασία ένταξης
στην ΕΕ.
Ανέφερα την
Ατζέντα 2014 ως
πρωτοβουλία.
Δήλωσα αμέσως
ότι αυτή η
πολιτική
πρωτοβουλία
για την ανάκτηση
της χαμένης
ορμής και του
νέου
δυναμισμού όσον
αφορά τη
διαδικασία
ένταξης στην
ΕΕ για τις χώρες
των Βαλκανίων,
επειδή είχαμε
την ερώτηση
ότι η ευνοϊκή
συγκυρία που
είχε
δημιουργηθεί
το 2003 με την ατζέντα
της
Θεσσαλονίκης
χάθηκε,
εξαφανίσθηκε.
Το 2014 είναι μια
συμβολική
ημερομηνία, η
100η επέτειος από
την κήρυξη του
πρώτου
Παγκοσμίου
Πολέμου. Συζητήσαμε
για την κοινή
γνώμη και πώς
μπορούμε να πείσουμε
την κοινή
γνώμη και σε
κάποια κράτη
μέλη σχετικά
με την
ορθότητα της
περαιτέρω
διεύρυνσης της
ΕΕ, άρα πρέπει
να είμαστε πιο
επιδέξιοι και
να χρησιμοποιούμε
συμβολισμούς
για να
θυμίζουμε στους
πολίτες τι
είναι η
Ευρωπαϊκή
Ένωση: ένα
πραγματικό
και πολύ
επιτυχημένο
ειρηνευτικό
εγχείρημα. Το
2014 χρησιμεύει
ως σύμβολο για
την
επανέναρξη
της διαδικασίας,
για να
κατακτήσουμε
αυτό το νέο
δυναμισμό, αυτή
τη νέα ώθηση .
Μπορώ να μας
φανταστώ να
χρησιμοποιούμε
και κάποια
άλλη
συμβολική
ημερομηνία,
όπως το 2018, την
επέτειο από το
τέλος του
πρώτου
Παγκοσμίου Πολέμου
ως
καταληκτική
ημερομηνία
για την ένταξη των
δυτικών
Βαλκανίων.
Αλλά και πάλι,
οι καταληκτικές
ημερομηνίες
είναι κάτι
χρήσιμο αλλά
δε θ
|
Oμιλία ΥΠΕΞ κ. Δ. Δρούτσα στην Γερμανική Εταιρία Εξωτερικής Πολιτικής
Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 2010
Αξιότιμε κ. von Maltzahn,
Αξιότιμε κ. Κinkel,
Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι,
είναι πραγματικά τιμή για μένα, να μιλάω σήμερα στην Deutsche Gesellschaft für Auswärtige Politik. Όπως ελέχθη, θα μου επιτρέψτε να απευθυνθώ σε σας με μια ελαφριά ή ίσως και βαριά βιενέζικη προφορά. Ελπίζω να γίνω κατανοητός. Εκτός τούτου, δεν κομίζω δυστυχώς κάποια δώρα, σίγουρα όχι σαν αυτά που παρέλαβε πρόσφατα η Καγκελάριος.
Ήλπιζα ότι θα μπορούσα να φέρω μαζί μου λίγο ήλιο από τη Ελλάδα, μια και εμείς έχουμε εκεί συνήθως λιακάδα, αλλά δυστυχώς και αυτό δεν τα κατάφερα. Ελπίζω όμως να μπορέσω σήμερα να δώσω μερικές καλές απαντήσεις στις ερωτήσεις σας. Για το λόγο αυτό, θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος στις παρατηρήσεις μου, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να απαντήσω σε όσο το δυνατόν περισσότερες ερωτήσεις.
Γνωρίζω ότι η Ελλάδα βρέθηκε τους τελευταίους μήνες πολλές φορές στα πρωτοσέλιδα των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Οι περισσότερες αναφορές ήταν, δυστυχώς, αρνητικές. Αλλά και εδώ στη Γερμανία, τα μέσα ενημέρωσης ήταν πολλές φορές υπερβολικά στις αναφορές τους στη χώρα μας. Συνεπώς, αποτελεί για μένα μια ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη ευκαιρία να σας μιλήσω για την Ελλάδα και για τις τελευταίες εξελίξεις στη χώρα, αλλά, πολύ περισσότερο, να απαντήσω στις ερωτήσεις σας.
Όπως είπα, τους τελευταίους μήνες, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση όσον αφορά την οικονομία. Και αυτό έχει ως συνέπεια ότι ακόμη και εγώ ως Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας να είμαι αναγκασμένος να μιλώ λιγότερο για τα πραγματικά ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ή να ερωτούμαι για αυτά, αλλά πολύ περισσότερο για την χρηματοπιστωτική και οικονομική κατάσταση στη χώρα μου, παρά το ότι δεν είμαι ειδικός σε θέματα οικονομίας - γι 'αυτό και ζητώ την επιείκειά σας, αν απαντώντας στις ερωτήσεις σας δεν μπορέσω ενδεχομένως να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες.
Όμως ακόμα κι αν δεν είμαι ειδικός στην οικονομία, τον τελευταίο καιρό έχω εξοικειωθεί πολύ καλά, όπως και σχεδόν κάθε Έλληνας πολίτης, ανεξαρτήτως ηλικίας, με την οικονομική ορολογία, π.χ. με όρους όπως «Spreads» και άλλους παρόμοιους. Η οικονομική κρίση έχει και τα θετικά της σημεία.
Η πιο συνηθισμένη ερώτηση με την οποία έρχομαι αντιμέτωπος είναι: «Πως επηρεάζει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, την άσκηση μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής. " Και ειδικά μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία έχει να αντιμετωπίσει ανοικτά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Θα έλεγα ότι η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να ασκήσει ενεργό εξωτερική πολιτική. Αυτή είναι ίσως η μεγάλη πρόκληση και η γοητεία του έργου αυτού. Η Ελλάδα βρίσκεται όμως σε μια δύσκολη γειτονιά, με μια δύσκολη ιστορία. Συνεχίζουν, αν θέλετε, να υπάρχουν ακόμα ανοικτά ζητήματα στην άμεση γειτονιά μας, η οποία είναι επιβαρυμένη με μια δύσκολη ιστορία. Ως εκ τούτου είναι ιδιαίτερα δύσκολος ο δημόσιος διάλογος επί αυτών των θεμάτων.
Και επιτρέψτε μου επίσης να πω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν σε καθημερινή βάση αντιμέτωπη με την πρόκληση να υπερασπιστεί τη δική της κυριαρχία, μερικές φορές ακόμη και την εδαφική της ακεραιότητα. Ως εκ τούτου, τα αποκαλούμενα "Evergreens", αν μπορώ να το πω έτσι , της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι ασφαλώς οι σχέσεις με την Τουρκία, το Κυπριακό και οι εξελίξεις στα Βαλκάνια, καθώς επίσης και το θέμα της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας, της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
Δεν θα περιοριστώ να θίξω μόνο αυτά τα θέματα, αλλά θα προσπαθήσω να δείξω ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας δεν περιορίζεται σε αυτούς τους τομείς, αλλά ότι η Ελλάδα έχει πραγματικά να προσφέρει πολλά στη διεθνή κοινότητα, ότι η Ελλάδα έχει "προστιθέμενη αξία" στη διεθνή κοινότητα.
Η δύσκολη δημοσιονομική κατάσταση, η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα σίγουρα δεν καθιστά ευκολότερη την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, αλλά είναι επίσης μια ευκαιρία και μια αναγκαιότητα για τη χώρα μας να δημιουργήσουμε περισσότερες δυνατότητες, και αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω μιας πολύπλευρης και εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής. Και αυτό είναι αυτό που προσπαθεί να κάνει η Ελλάδα.
Ως εκ τούτου: Για την εξωτερική πολιτική μας βλέπουμε την κρίση, όπως και σε πολλούς άλλους τομείς της χώρας μας, όχι μόνο ως πρόκληση, ως μια κρίση, αλλά και ως μια πραγματική ευκαιρία για αλλαγή και ανανέωση. Αυτό είναι εκείνο στο οποίο εστιάζουμε την προσοχή μας όταν στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε αυτήν την πρόκληση της κρίσης. Εμείς απλά θέλουμε να δούμε την κρίση ως μια ευκαιρία για τις απαραίτητες αλλαγές για την ανανέωση της Ελλάδας.
Γνωρίζω ότι ο πολιτικός κόσμος και η κοινή γνώμη εδώ στη Γερμανία παρακολούθησαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις διάφορες φάσεις της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Θα ήθελα να τονίσω ότι με τη γερμανική κυβέρνηση και προσωπικά μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και της Γερμανίδας Καγκελάριου Άνγκελας Μέρκελ, υπήρξε από την αρχή, στενή συνεργασία, ώστε να αποφύγει η Ελλάδα και κατά συνέπεια και η Ευρωζώνη και το Ευρώ «τα χειρότερα».
Και πραγματικά, η κατάσταση που αντιμετωπίσαμε πριν από ένα χρόνο, ήταν κάθε άλλο παρά εύκολη. Αυτό κατέστησε αναγκαίες άμεσες παρεμβάσεις για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών μας και κυρίως για τη μείωση του ελλείμματος. Η κυβέρνησή μας έπρεπε να λάβει άμεσα μέτρα τα οποία χωρίς αμφιβολία ήταν δύσκολα, έπληξαν όλους τους συμπολίτες μας και ήταν ιδιαίτερα επώδυνα για ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Πρέπει να πω ότι αυτό δεν ήταν βεβαίως χωρίς πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Ωστόσο, ήταν μια πράξη ευθύνης, μια ανάγκη η οποία, δεδομένης της κατάστασης, κατέστη αναπόφευκτη.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να προσθέσω κάτι:
Οι Έλληνες πολίτες έχουν υποβληθεί σήμερα σε μεγάλες πραγματικά θυσίες. Η κυβέρνησή μας - είναι πάρα πολύ σημαντικό να το τονίσω αυτό - θα κάνει τα πάντα ώστε οι θυσίες αυτές να μην παραμείνουν χωρίς αποτελέσματα. Θέλουμε να δημιουργήσουμε και πάλι τις προϋποθέσεις για την αξιοπιστία της χώρας μας και της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα.
Ως εκ τούτου, εστιάζουμε στην εισαγωγή μεγάλων και αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών για τη χώρα μας και μάλιστα σε μια νέα, τολμώ να πω, για την νεώτερη ελληνική ιστορία, κλίμακα η οποία δεν έχει προηγούμενο. Αναφέρομαι εδώ
•στη φορολογική μεταρρύθμιση που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα
•σε μια σημαντική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος: μέσα σε λίγους μήνες, η σημερινή ελληνική κυβέρνηση έχει κάνει κάτι που κανείς δεν είχε τολμήσει να αγγίξει τα τελευταία τριάντα χρόνια, και κάθε κυβέρνηση γνωρίζει πόσο ευαίσθητο είναι ακριβώς το θέμα της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος,
•Άνοιγμα των αποκαλούμενων «κλειστών» επαγγελμάτων
•Μεταρρυθμίσεις στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα
Και κάτι που για μένα προσωπικά έχει ιδιαίτερη σημασία:
• Διαφάνεια και Aξιοκρατία. Τέλος με την «οικονομία των φίλων [των «κολλητών»]», για να χρησιμοποιήσω μια γνήσια βιεννέζικη έκφραση.
Και οι χθεσινές περιφερειακές και δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα, στις οποίες αναφερθήκατε, είναι, νομίζω, ένα εξαιρετικό παράδειγμα ακριβώς για αυτές τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Όπως είπα: Εκτός από τα άμεσα μέτρα, υπήρξαν βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα.
Στο πολιτικό μήνυμα των εκλογών αυτών, ας μου επιτραπεί να επανέλθω ίσως λίγο αργότερα.
Είναι ίσως λιγότερο γνωστό ότι στην Ελλάδα, είχαμε μέχρι τώρα πέντε επίπεδα της διοίκησης, από την κεντρική κυβέρνηση μέχρι την περιφερειακή / τοπική αυτοδιοίκηση και αυτά τα ίδια πέντε επίπεδα διαχείρισης, τα έχουμε μειώσει σε τρία επίπεδα. Οι μέχρι τώρα 50 νομαρχίες αντικαταστάθηκαν από 13 περιφέρειες, οι μέχρι τώρα πάνω από 1.000 δήμοι και κοινότητες μειώνονται σε περίπου 300. Αυτό σημαίνει, φυσικά, την εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης και του συστήματος διαχείρισης και - δεν κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου - φυσικά, μείωση της διαφθοράς, μιας τεράστιας γραφειοκρατίας, η οποία αποτελεί σχεδόν φυσική συνέπεια με μια τόσο διευρυμένη δημόσια διοίκηση.
Οι περιφερειακές και δημοτικές εκλογές θα διεξάγονται κάθε πέντε χρόνια τώρα, και αυτό ταυτόχρονα με τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου να μειωθεί το κόστος που συνδέεται με την εκλογική διαδικασία.
Ακριβώς αυτός ο στόχος της μείωσης του κόστους, θα ήθελα να το τονίσω, είναι το βασικό γνώρισμα όλων των μεγάλων παρεμβάσεών μας και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, ειδικά στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, στο σύστημα της νέας κοινωνικής ασφάλισης και των συντάξεων, στον τομέα των φορολογικών μεταρρυθμίσεων, στις δημόσιες επιχειρήσεις, και στον τομέα της δημόσιας διοίκησης στο σύνολό της.
Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, η κύρια προτεραιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής είναι από τη φύση της να δημιουργήσει περισσότερες ευκαιρίες για τη χώρα μας, με άλλα λόγια, να αναζητήσουμε νέους τρόπους συνεργασίας και να ενισχύσουμε τις παραδοσιακές σχέσεις φιλίας μας. Με λίγα λόγια, η Ελλάδα θα ανοίξει τους ορίζοντές της στην άμεση περιοχή, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Και πρέπει να πω ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό με μεγάλη αυτοπεποίθηση, γιατί η Ελλάδα είναι και θα είναι πάντα ένας αξιόπιστος εταίρος για όλους, και γιατί η Ελλάδα εφαρμόζει μια συνεπή εξωτερική πολιτική που βασίζεται σε σαφείς αρχές και βασισμένη στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της εδαφικής ακεραιότητας. Λέξεις όπως «οι σχέσεις καλής γειτονίας», λέξεις όπως «αλληλεγγύη» έχουν για την Ελλάδα και την ελληνική εξωτερική πολιτική υψηλή αξία και μεγάλη σημασία.
Κυρίες και κύριοι,
επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη γωνιά της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια περιοχή στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να έχει ένα ανοικτό πρόβλημα - αναφέρομαι στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Είναι μια ιδιαίτερη γωνιά της ηπείρου, διότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου, η οποία αποτελούσε από την αρχαιότητα τη γέφυρα επικοινωνίας τόσο στον εμπορικό, όσο και στον πνευματικό χώρο με τον κόσμο της Ανατολής. Τέλος, μιλώ για μια ιδιαίτερη γωνιά της ηπείρου μας, γιατί η Ελλάδα βρίσκεται στις παρυφές μιας περιοχής ζωτικής σημασίας, στην οποία υπάρχουν όλες οι μεγάλες οδοί ενεργειακού εφοδιασμού, ιδιαίτερα όσον αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό της ΕΕ : τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο. Με αυτές τις περιοχές η Ελλάδα δεν συνδέεται μόνο γεωγραφικά. Η ελληνική παρουσία εδώ έχει βαθιές ιστορικές και πολιτισμικές ρίζες, είναι παντού παρούσα, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Και αυτό είναι, νομίζω, μία από τις μεγαλύτερες προστιθέμενες αξίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αν μου επιτρέπεται να ξεκινήσω με αυτή την περιοχή, έχει ακολουθηθεί ήδη από την περίοδο των μεγάλων πολιτικών αλλαγών, οι οποίες έχουν μεταβάλει ριζικά την γεωπολιτική σκηνή της περιοχής, μια πολύ υπεύθυνη πολιτική, μια πολιτική που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας και, από την άλλη πλευρά, στην δημιουργία μίας ενιαίας περιοχής, στην οποία οι λαοί, όλοι οι λαοί αυτής της περιοχής, θα μπορέσουν να απολαμβάνουν την ελευθερία, την δικαιοσύνη και την ευημερία. Με άλλα λόγια, μια ευρωπαϊκή περιφέρεια, από την οποία κανείς δεν θα αποκλείεται.
Μια σημαντική ημερομηνία για την πολιτική αυτή, την οποία η Ελλάδα έχει ασκήσει στην περιοχή, είναι η «Ατζέντα της Θεσσαλονίκης», που εγκρίθηκε κατά την τελευταία ελληνική Προεδρία της ΕΕ το 2003 και απετέλεσε επίσης την πολιτική βάση για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι τα δύο νέα κράτη μέλη της ΕΕ, η Βουλγαρία και η Ρουμανία, και η θεσμική διασύνδεση των άλλων χωρών των Δυτικών Βαλκανίων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και, κατά συνέπεια, η έναρξη επίσης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στις χώρες αυτές. Πρέπει να τονίσω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει αυτή την περιοχή για πολύ ακόμα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η περιοχή, και νομίζω ότι όλοι συμφωνούμε ότι είναι σημαντική για την ασφάλεια της ΕΕ, είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση της κοινής αγοράς και είναι απαραίτητη για την επίτευξη της πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης.
Για το λόγο αυτό μου επιτρέπετε ίσως να προσθέσω ότι οι πρόσφατες εξελίξεις και οι αποφάσεις της ΕΕ αναφορικά με την Σερβία είναι θετικές και πολύ ευπρόσδεκτες, δηλαδή να δοθεί μια πραγματική προοπτική ένταξης της Σερβίας στην ΕΕ.
Η Ευρώπη έχει στα Βαλκάνια, μπορεί να υποστηρίξει κανείς, ακόμα ένα ιστορικό χρέος. Για το λόγο αυτό η Ελλάδα έχει επίσης θέσει μια νέα πρωτοβουλία, την επονομαζόμενη –και ήδη γνωστή- «Ατζέντα 2014». Πρόκειται για μια συμβολική ημερομηνία, την οποία έχουμε επιλέξει, το 2014, στην οποία λέμε ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση των Δυτικών Βαλκανίων θα πρέπει ίσως έως τότε, αν δεν έχει ολοκληρωθεί, να έχει αρχίσει, και μάλιστα με ιδιαίτερα γρήγορα βήματα.
Πρόκειται για μια συμβολική ημερομηνία, το 2014, μιλάμε για εκατό χρόνια μετά την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στο Σαράγεβο, και πιστεύω ότι στις μέρες μας, όταν εμείς μιλάμε για «διευρυνσιακή κόπωση», όπως λέμε στην ειδική ορολογία της ΕΕ, ότι ο συμβολισμός εδώ είναι πολύ, πολύ σημαντικός. Νομίζω ότι μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ρίζα όλων των υπόλοιπων ανοικτών διενέξεων στην περιοχή βρίσκεται σε αυτή την ιστορική αφορμή πριν από εκατό χρόνια στο Σαράγιεβο, και να υπενθυμίσουμε σε όλους, ιδιαίτερα στην κοινή γνώμη στα κράτη-μέλη της ΕΕ, ότι η ΕΕ είναι στην πραγματικότητα μία κοινότητα ειρήνης και ότι εδώ υπάρχει μια πραγματική ευκαιρία για την Ευρώπη να εξασφαλίσει στην περιοχή των Βαλκανίων πραγματική ειρήνη και τη σταθερότητα.
Προσωπικά, είμαι πεπεισμένος ότι μόνο μέσω της ευρωπαϊκής οδού, δηλαδή της ένταξης στην ΕΕ όλων αυτών των χωρών, μπορούν να αντιμετωπιστούν τα ακόμη ανοιχτά θέματα στα Βαλκάνια. Τέτοια, δυστυχώς, στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων υπάρχουν αρκετά. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω εδώ το Κοσσυφοπέδιο, όπου ενδεχομένως η γρηγορότερη, πιο ενεργή συμμετοχή της ΕΕ θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα και να αποτρέψει την παρούσα δύσκολη θέση εκκίνησης.
Αναφέρομαι επίσης στο σημαντικό ζήτημα για τη χώρα μου, το ζήτημα του ονόματος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είμαι φυσικά διατεθειμένος να εμβαθύνω στο ζήτημα αυτό κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, δεν θα σας επιβαρύνω τώρα με αυτό. Θα ήθελα να τονίσω μόνο σε αυτό το πλαίσιο ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να δεχθεί μία αναγκαία συμβιβαστική λύση με τους γείτονές μας, τα Σκόπια, και μια λύση στο ζήτημα αυτό μπορεί είναι μόνο μια συμβιβαστική λύση. Και για τις δύο πλευρές.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι αξιόπιστη και διαθέτει ισχυρή φωνή στον κόσμο, όσο ανέχεται μία «μαύρη τρύπα» στην αυλή της.
Και στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, η ελληνική εξωτερική πολιτική κάνει πιο αισθητή την παρουσία της και πάλι, με στόχο να συμβάλει στην ειρήνη και την ασφάλεια, αλλά και στη δημιουργία νέων τομέων συνεργασίας. Ένα τελευταίο παράδειγμα, το οποίο θα αναφέρω σε αυτό το πλαίσιο είναι ένα νέο φόρουμ, το οποίο δημιουργήθηκε για την καταπολέμηση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής στην περιοχή της Μεσογείου, η λεγόμενη “Mediterranean Climate Initiative”, μια κοινή πρωτοβουλία του τότε υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου και του Τούρκου ομολόγου του Ερντογάν, σε μια προσπάθεια να αναζητηθούν τα θέματα εκείνα που μας ενώνουν περισσότερο, παρά οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ μας. Η συμμετοχή πολλών πολιτικών ηγετών από όλη την περιοχή σε αυτό το φόρουμ έχει, νομίζω, δείξει ξεκάθαρα, πόσο σημαντικό είναι να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα σε περιφερειακό επίπεδο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη Μεσόγειο.
Κύριο θέμα στην περιοχή είναι φυσικά η ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή, σε όλες τις διαστάσεις του, αλλά και οι εξελίξεις εντός και γύρω από την Τουρκία, και η σχέση της Ευρώπης με αυτήν την πολύπλευρη, αν θέλετε, Τουρκία.
Σχετικά με τη διαδικασία ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή, με λίγα λόγια: μόλις τις τελευταίες ημέρες μπόρεσα να επισκεφθώ την περιοχή και να έχω συνομιλίες με το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας της περιοχής. Το σαφές μήνυμά μου ήταν ότι ο διάλογος και η διαδικασία πρέπει να παραμείνει ζωντανά. Μια λύση μπορεί να προέλθει μόνο από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους. Ελλάδα και ΕΕ είναι φυσικά πρόθυμες να συμβάλλουν σε αυτό.
Δεν μπορώ, δυστυχώς, να ισχυριστώ ότι έχω επιστρέψει με μεγάλη αισιοδοξία από την επίσκεψη αυτή, η κατάσταση φαίνεται σχετικά συγκεχυμένη. Αλλά είναι, νομίζω, πολύ, πάρα πολύ φανερό για όλους μας ότι το ζήτημα της Μέσης Ανατολής είναι μεγάλης σημασίας για τις εξελίξεις στην περιοχή. Υπάρχει κίνδυνος αυτή η σύγκρουση να μετατραπεί σε μια θρησκευτική σύγκρουση, με όλες τις πιθανές συνέπειες ακόμα και για την Ευρώπη. Ως εκ τούτου, είναι πολύ σημαντικό ότι η ΕΕ έλαβε την απόφαση να αυξήσει την αναπτυξιακή βοήθεια στην περιοχή, ιδίως για τη νεότερη γενιά, η οποία καλείται να βγει από το σημερινό αδιέξοδο, δεδομένου οτι αυτό το αδιέξοδο μόνο σε νέο εξτρεμισμό μπορεί να οδηγήσει και μόνο νέος εξτρεμισμός μπορεί να προκύψει από αυτό. Δεν αρκεί όμως να λάβει κανείς τη σημαντική αυτή απόφαση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει επίσης να επενδύσει περισσότερο πολιτικά στην λύση του Μεσανατολικού. Και στο σημείο αυτό προσφέρεται η Ελλάδα να βοηθήσει. Μπορώ να υποστηρίξω ότι η Ελλάδα είναι εκείνο το κράτος-μέλος της ΕΕ το οποίο αντιλαμβάνεται καλύτερα την περιοχή, είναι πιο κοντά προς αυτή την περιοχή. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που παραδοσιακά διατηρεί δεσμούς με το σύνολο του αραβικού κόσμου και έχει επίσης πρόσφατα ενισχύσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Για μας αυτό δεν είναι μια αντίφαση, είναι πραγματικότητα, την οποία η Ελλάδα και η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορούν να αξιοποιήσουν διαδραματίσουν για στην αντιμετώπιση του Μεσανατολικού.
Sixty-fifth session of the General Assembly of the United Nations/Statement by FM Droutsas
Athens , 28 September 2010
Mr. President,
Secretary General,
Excellencies,
Ladies and Gentlemen.
I would like to thank the outgoing President of the 64th Session of the General Assembly, Mr. Ali Abdussalam Treki of Libya for his tireless efforts in taking forward the work of the GA and to congratulate Mr. Joseph Deiss of Switzerland for his election as President of 65th Session of GA.
I am confident, Mr. President, that you are uniquely placed for the challenging tasks ahead. I can assure you of Greece’s unwavering support in your efforts.
I would also like, at this point, to fully align my country’s positions with those expressed in the statement by the European Union.
Ladies and Gentlemen,
Given the nature of today’s global challenges, I think we can safely assert that “Upon the conduct of each state depends the fate of all”.
This, I believe, goes also to the substance of the key theme proposed by you, Mr. President, for this General Debate, that is, the central role of the United Nations, with emphasis being placed on the notion of global governance.
Herein lays the real issue, that is, on the need to reaffirm the necessity of global governance in order to deal effectively with the challenges that the world community faces today. If each of us can fully comprehend and thereby accept this seemingly self evident assertion, then there can be no doubt as to the central role of the United Nations in this process.
In this regard, I think that we can all agree that the United Nations is the only global entity which commands universal legitimacy and it is the organization to which we should all look and actively support in order to provide collective and, therefore, optimal solutions to the ever growing array of multifaceted issues that we are confronting.
The idea of global governance, however, is much more than this. Although it is difficult to imagine that this notion would entail the creation of Hobbes’ “Leviathan” on a global scale, it nevertheless remains a fact that meeting the needs of our peoples increasingly transcends the abilities of individual nation states.
This is where the role of the United Nations comes to the fore, and this is why our discussions on the reform and revitalization of this organization are of paramount importance.
At the same time, we, the individual member states of the UN, must pool our resources, expertise and know-how, and act as a coherent whole, as this is the essence of global governance.
Our efforts in this regard must focus on two fundamental pillars:
(a) increasing the membership of the Security Council with both permanent and non-permanent members, which will better reflect today’s global socio-economic and political realities, as well as enhancing the role of the General Assembly and the interaction between these two bodies, and
(b) enhancing and improving the cooperation and coordination of the UN with other major international and regional organizations, with the goal of making multilateralism work effectively to the benefit of our peoples.
In ancient Greek tragedy, there were two key concepts around which the human drama unfolded: hubris and nemesis. In today’s world, as indeed in the Classical era, hubris is the disrespect towards our natural environment and nemesis constitutes the natural disasters stemming thereof.
In the past few months, we have witnessed the devastating effects of natural disasters in many places around the world stemming from Haiti to Russia and from Pakistan to Guatemala.
What clearly sets them apart from natural disasters of the past is the number of people they affect. 2010 is on track to setting a negative record in the amount of victims claimed by natural disasters.
In recent years notable progress has been made in this field, particularly by the UN and its specialized agencies, not least of which was the establishment of the Central Emergency Response Fund (CERF). This year, we must focus our efforts on further improving the mechanisms necessary for emergency responses, including through the effective cooperation between the UN and those regional or international organizations with the necessary capabilities to support relief operations.
Ladies and Gentlemen,
Climate change is the world’s greatest environmental challenge. We all know that it will increasingly affect all aspects of our lives including peace and security.
It is our duty to lead the world into a new “Green Era” and to guarantee to the next generations a better and more prosperous future.
The Copenhagen Accord represents a basis on which we can work further. Our aim should be an ambitious, comprehensive, balanced, and legally binding agreement, supporting adaptation efforts of the most vulnerable countries and opening the door to a future of environmentally sustainable growth. We need to focus now all our efforts in order to secure a successful outcome from the upcoming COP 16 Summit in Cancun.
We strongly believe that action must not stop. The Greek Government proposes to initiate a new Mediterranean Climate Change Initiative, in close collaboration with Mediterranean countries strongly committed to climate and energy security. A formal launch of the initiative is planned on 22 October 2010 in Athens ahead of the UNFCCC COP16 meeting in Mexico.
In the same vein, the central theme of our Chairmanship-in-Office of the Black Sea Economic Cooperation is “the Black Sea turns Green.” This is not based on a narrow view of environmental sensitivity; it is a development-oriented choice based on the firm belief that streamlining green technology, proper resource management and environmental stability, can and will be a platform for regional cooperation, business, entrepreneurship and employment creation.
Add to this that by streamlining development to environmental protection, we conserve and put to value the comparative advantages of our region, its landscapes, its sea, its freshwater, its biodiversity, the basis for its future development through tourism, agriculture, fisheries etc.
Ladies and Gentlemen,
The recent global economic and financial crisis has left few countries unaffected, Greece having been no exception. Both advanced economies, as well as emerging ones, are having to adjust to the realities created by the “butterfly effect” associated with the almost indivisible interrelation of our economies, in a world for which we need to find a new term for the notion of “globalization”.
It has become increasingly apparent to all of us that the current international financial system has serious disadvantages that have to be corrected. One of the goals of the recent G20 summits was to reform the global financial system in order to avoid similar unpleasant situations in the future.
These efforts are necessary not only to sustain economic growth, but also because “glitches” in the world’s financial markets have far reaching adverse effects on our collective ability to move forward and meet our internationally agreed global development targets.
In this regard, I would like to welcome the results of the High Level Meeting on the Millennium Development Goals and to commend the UN Secretary General for his timely initiative.
Closely related, of course, to the achievement of the Millennium Development Goals, but also to the global financial crisis, is the ever growing phenomenon of international migration.
This pressing issue has a two-fold humanitarian dimension. On the one hand, what is primarily at stake is the very safety of the thousands of people who annually put their lives at risk under extreme conditions to make the journey towards what they hope will be a better future for them and their families. Countless lives are lost every year, especially at sea, victims of ruthless traffickers who profit off the misery and despair of others.
On the other hand, these migrants face particular difficulties at their destination, whether transit or final. The burden placed on host countries is such that migrants often find themselves in a state of limbo and marginalized from the host society. The socio-economic consequences of this, both for the host countries and for the migrants themselves are indeed very far reaching.
For us, this is a pressing humanitarian issue that needs to be addressed collectively in all its aspects, from examining thoroughly and addressing the reasons that have led to the surge in this phenomenon, to tackling the networks of organized crime involved in the tragedy that is human trafficking.
It was this comprehensive approach that the Greek Presidency of the third Global Forum on Migration and Development- GFMD sought to promote. During the annual meeting that took place in Athens from 2 to 5 November 2009 under the overarching theme “Integrating Migration Policies into Development Strategies for the Benefit of All”, a number of important issues were covered.
The Athens meeting, we believe, successfully contributed to the consolidation of the GFMD as a unique platform for governments to exchange views, ideas and experiences on migration and development issues and re-affirmed that the process should remain informal and state-led, underlying its multi-dimensional character and emphasizing the need to strengthen the importance of the development dimension.
In its third year, the GFMD has proven to be more than just another international meeting on migration and development and is already shaping the debate in important ways by building bridges between countries and regions, public and private sectors and migrants and their home and host societies.
Ladies and Gentlemen,
Over the past sixty years, the international community has made remarkable strides in the protection and promotion of Human Rights. Our United Nations has been at the forefront of an enduring campaign to place human dignity and respect for our inalienable and fundamental universal rights at the center of all our policies, both on a national, as well as on an international level. Indeed, I strongly believe that it cannot be any other way.
Respect for and further advancement of Human Rights constitutes the cornerstone of our respective democracies and signals the qualitative progress and evolution of our world’s civility and civilization.
Despite progress in this field, much more needs to be done. We must identify shortcomings and concentrate on pushing forward those aspects which still lag behind.
Let us ensure, Ladies and Gentlemen, that this decade will be remembered not only as the one that will set us on an irreversible track to consolidate the universality of our fundamental rights as enshrined in the UN Charter, but also as the decade which decisively brought forward a truly comprehensive approach to human rights, given that all of the global challenges our generation is facing, whether it be climate change, natural or man-made disasters, economic and financial crises, terrorism or international migratory flows, have a profound effect on the enjoyment of these rights.
In this regard, Greece continues to support all efforts for an effective and efficient Human Rights Council, with enhanced status, mandate, structures and membership. This is of the utmost importance for the credibility, legitimacy and effectiveness of the UN human rights system as envisaged in the Charter. In this framework, Greece will actively defend the prestige of the Human Rights Council, through its candidacy for the years 2012-2015.
Ladies and Gentlemen,
The common thread underpinning all of the aforementioned issues is the need to enhance the mechanisms necessary to ensure effective multilateral action to confront these common challenges coherently and comprehensibly. In this, the promotion of effective interaction and coordination between the UN and regional organizations must be one of our key priorities.
What is equally clear from all of the above is that our notion of security is indivisible, comprehensive and cooperative. This is the spirit within which we approached our term as Chairman-in Office of the OSCE in 2009. The demand to review our understanding of security was present, as was the need to re-examine the security architecture of an area stemming from Vancouver to Vladivostok.
We consider the upcoming 2010 OSCE Summit as a major milestone in the European Security Dialogue, the well-known Corfu Process, launched by the Greek OSCE Chairmanship in 2009. This open-ended and wide-ranging political dialogue has established both ambitious and realistic targets in restoring confidence and trust among all 56 OSCE participating States, recapturing the spirit of partnership that brought together the founding fathers of the OSCE and enhancing solidarity and cooperation. Thanks to the commitment and engagement of our OSCE partners to the Corfu Process, the vision of the 1990 Charter of Paris for a New Europe, whose 20th Anniversary we commemorate this year, has finally the prospect to become reality in the European security landscape.
Within the European Union, the EU Member-States have developed an elaborate array of tools and procedures, not least in the field of its external relations, which are designed to respond effectively to today’s multifaceted challenges, from early warning and conflict prevention to emergency response and crisis management, reconstruction and rehabilitation.
But what truly sets the European Union apart, particularly after the entry into force of the Treaty of Lisbon, is the degree of integration achieved between its Member-States on many levels.
Greece has always been a staunch supporter of the European ideal. It is this belief in the cumulative power of a united continent, politically, economically and socially, and supported by a robust security component, that influences and shapes our foreign policy decisions.
Our constant goal, along with our EU partners, without prejudice to particular national positions, is to actively and constructively contribute to the formulation of the EU’s Common Foreign and Security Policy, each bringing to the table our comparative advantages and individual experiences.
This is why, in my opening remarks, I expressed Greece’s full alignment with the statement made by the EU. This is not mere “lip service” to a general statement, but a conscious political position, in that the statement circulated here truly reflects Greece’s positions on the key international challenges. On this occasion, I would like to express my firm belief that the General Assembly will greatly benefit from arrangements that would allow EU representatives to fulfill their responsibilities in an effective manner at formal meetings.
Ladies and Gentlemen,
What goes on in our neighborhood directly affects the way our children will grow. In Greece, we have become deeply conscious of this reality. So we have made a commitment, especially to our region and to its people.
We believe that stability in our region is the pre-requisite for security and we define stability as the practice of democracy, the strengthening of institutions that provide transparency and accountability, the reduction of economic inequalities and the rule of law in our societies and between our countries. A key factor for bringing stability and development in our region is good neighbourliness, a fundamental principle which, together with the other principles included in the Charter of the United Nations, constitutes the cornerstone of contemporary international legal order.
Greece’s security lies in being member of the European Union and of NATO and we work so that countries of the region may benefit from the stabilizing influence of their future membership in these institutions.
The Balkans is still a sensitive area stability-wise. The dust from the dissolution of Yugoslavia has not settled yet.
Greece’s vision for the Balkans is one of a region in which democracy finally becomes the norm; where citizens’ aspirations can finally be realized through peaceful and democratic practices; where the rights of minorities are respected; where governments are accountable, economies are transparent and politics allow for the fullest participation of all elements of society.
The world has a responsibility in supporting this vision for our region. We need to empower the region that has historically been handicapped, dependent and divided by a world community of competing interests and a babble of conflicting signals.
In our view, the prospect of the integration of the entire region into the European and Euro-Atlantic structures and institutions is the way ahead that can guarantee stability and development. The heart of the European ethos lies in building the institutions and practices of inclusiveness. That is why Greece has always supported EU enlargement, as a means to build a bridge of security, co-operation and development between nations.
In order to breathe new life into the prospect of the integration of the Balkans in the EU, Greece has put forward a new initiative, the “Agenda 2014”, which builds upon the “Thessaloniki Agenda”, another Greek initiative for the region dating from 2003. The principal aim of this initiative is to set a political target to the EU accession process which will serve as a strong incentive for the whole region to put forward and speed up the necessary reforms and adaptations which will bring them closer to the EU.
During the critical years of Yugoslavia’s dissolution, the presence of the European Union in the Balkans was not adequate, with detrimental effects on the handling of the successive crises. We all know better now. There are still open wounds in our region, Kosovo being the most pressing one, and we must make sure that this time the EU will be present and with a strong voice. The European prospect of our entire region can boost the political process, which is about to begin on Kosovo. At the same time we need to keep an open and clear path for Serbia to begin accession negotiations with the EU.
There are several other open issues in the Balkans. One of them revolves around the name of the Former Yugoslav Republic of Macedonia. This is not a bilateral, pedantic dispute about historical symbols, as some may try to portray it, but a regional question, with deep historical roots, related to good neighbourliness.
In order to reach a compromise on the name issue, the two sides must meet in the middle by taking reciprocal steps to bridge the gap and reconcile their conflicting positions. Greece has already done its part. A fair and lasting solution can only be based on a name with a geographic qualifier, to be used for all purposes, erga omnes. Macedonia is a large geographic region, most of which lies in Greece. A small part is in the FORMER YUGOSLAV REPUBLIC OF MACEDONIA and a smaller part in Bulgaria. The part cannot represent the whole and the FORMER YUGOSLAV REPUBLIC OF MACEDONIA’s exclusive claims to the name “Macedonia” cannot be allowed to fuel nationalism. Any solution must be universally implemented because otherwise today’s situation will simply be perpetuated.
We have intensified our efforts to reach a settlement, in the context of the established UN negotiating process, led by Mr Nimetz, in the hope that this will be possible rather sooner than later.
I chose the General Assembly, which is the natural forum to solve international disputes, to declare, once again, Greece’s readiness to reach a solution even tomorrow and call upon Prime Minister Gruevski to display leadership and become our partner for progress. Progress that will result in a bright and prosperous future of our neighbours in the European Union. A future we wish to see become reality soon.
To this end, I appeal to the leadership in our neighbouring country to concentrate efforts in the central aim of finding a solution, rather than waste valuable resources and energy in practices of “buying time”, of creating atmosphere of antagonism or even animosity and of avoiding taking responsibilities.
Greece is extending a hand of friendship and cooperation. The time has come for our neighbours to take this hand.
Let me now turn to the most serious flashpoint in the broader region, which is one of the most durable and sustained conflicts in our times. I am referring to the Arab-Israeli conflict, which is again at a turning point.
The resumption of the direct talks was a significant achievement and we must pay tribute to President Obama and his Administration and all others who have contributed to this end as well as to the Israeli and Palestinian leadership and the leadership of the Arab countries which have supported it.
However, this is just the beginning, not the end. The most difficult part lies ahead of us. Our number one priority now is to sustain this dialogue and make it bear fruits. Both sides have an obligation to show respect for this fragile diplomatic process. Actions that threaten its very existence, like Israeli settlement construction, must be avoided for the negotiations not to turn into one more exercise in futility.
It is very important to reinforce the peace camps and establish a peace mindset in both sides. We must give the people hope and an optimistic perspective. We must provide them with tangible proof that the dialogue will produce concrete results which will be beneficial for all. We must convince them that the cost of the confrontation is much higher than the cost of reciprocal compromises conducive to peace. We need to persuade especially the new generations that peaceful coexistence is a viable option.
Another equally important and long-standing issue in the Eastern Mediterranean is the question of Cyprus.
I would like to thank the Secretary General and all those who labour with him towards a just solution in Cyprus: a solution based on UN Resolutions for a bi-zonal, bi-communal federation with one international personality, one citizenship and one sovereignty. A solution in full conformity with the acquis communautaire.
UN Resolutions must be honoured. The implementation of UN Resolutions is not only important for Cyprus. It is important for the moral standing of the entire international community sharing common values, it is important for the moral standing of this all-important organization.
The island remains divided, in a shameful condition. Cyprus is a tragic example of where our shared sense of justice, our shared code of values, has gone astray.
The last “Berlin Wall” has to come down, not be strengthened. This responsibility rests with the United Nations and all those who have a saying in international developments. Cyprus is the victim of military invasion and remains occupied by foreign troops – this is the truth, this is reality and it must end. We need to go beyond this situation. It will take courage. Courage from everyone involved. A solution to the Cyprus problem can and should be seen as a win-win situation. It is vital for peace, stability and security in our region.
I truly believe that the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities can find solutions. Greek-Cypriots and Turkish-Cypriots can live together peacefully and harmoniously in the reunited EU-member Cyprus. They must be allowed to decide freely on their common future, without external interference and pressure. And we can aid them in this process.
The solution of the Cyprus question is a matter of political will, resolution and determination, such as that displayed by President Christofias, in order to give a definitive end to this protracted international problem.
I extend my appeal to the Turkish Cypriots. We want you near us, in our wider European family. Participation of a reunited Cyprus in the EU means that every Cypriot enjoys safety, equality under the law, protection of their human rights, appropriate representation and the security under a European roof. In the modern European environment, relics of the past, such as “guarantor powers”, seem and sound anachronistic and completely out of touch.
Cyprus, Turkey and Greece: for anyone willing to envision the future, our futures are as interwoven as our histories. A reunified federal Cyprus, member of the European Union, does not only serve the European aspiration for stability in the region but the aspirations of every citizen in every one of the countries involved.
Greece and Turkey have a responsibility to cooperate on the Cyprus problem and to facilitate the process. Greece and Turkey, through their rapprochement, share a rare opportunity to help the citizens of Cyprus rebuild their island, their homes and their dreams.
Turkey can prove its commitment to a lasting solution of the Cyprus issue by withdrawing immediately its occupation forces from the island, thus boosting both the negotiation process and its own European perspective.
I therefore appeal to the Turkish leadership to use this framework for a just solution. Let us not expand the wall that divides the two communities in Cyprus to divide Turkey from Europe. Let us instead break down this last “Berlin Wall” and help create a common future for the citizens of a free Cyprus.
Last but not least, allow me a quick reference to Greek-Turkish relations, which is an important parameter for the stability of the region. As you probably know, Greek-Turkish relations are burdened by a heavy historical past. Therefore, it is not an easy task to change their course and turn a long-standing rivalry into good-neighbourliness, free of the threat of the use of force, or unfounded territorial claims. Respect for international law is the sole basis for a healthy and peaceful relationship between the two countries.
Greece has embarked on a process with Turkey that will radically affect our lives in the coming years. We have opened a dialogue. One that is honest. And although we may and do differ on many issues, such as how we see Cyprus and how we approach our bilateral relations, this open approach can only lead to a progressive resolution of our problems. The Turkish leadership and the people of Turkey know we are honest in what we say and in our desire for a new and peaceful relation. I believe that Greece and Turkey have no choice but to explore new avenues for co-operation. I believe our mutual interests can outweigh our political differences. We can and must resolve these differences through peaceful means. And a possible way to go is the International Court of Justice.
I do not want to give the false impression that all our problems have suddenly been resolved. It is most distressing that a variety of statements and acts still undermine this very genuine and difficult effort. The long standing threat of war, the “casus belli” against my country, is unacceptable and has no place in our European and global family of values and principles.
There are those who certainly may wish that our efforts fail. It is our historical duty to overcome these difficulties and maintain the momentum in response to our peoples’ mandate for peace.
“We look forward to the day when Belgrade and Pristina will be an easy bus ride away, when Jerusalem and Damascus, Athens and Ankara and, of course, the two parts of divided Nicosia, will no longer be separated by fear and suspicion, but be joined in peace.” These were the words used and the vision expressed by George Papandreou, today’s Prime Minister of Greece, in his first address to the UN General Assembly as Greek Foreign Minister in 1999. May I repeat these words and vision in my first address to this body in the same capacity. A wish and vision that, I think, we all share.
Ladies and Gentlemen,
Allow me to conclude with an extract of the UN Charter itself, which concisely encapsulates the central meaning and the key message of my presentation:
“We the peoples of the United Nations are determined…
…to practice tolerance and live together in peace with one another as good neighbours,
…and to unite our strength to maintain international peace and security…”
I thank you for you attention.
Ομιλία της Υπουργού Παιδείας στη Συνάντηση Εργασίας για την Ελληνική Γλώσσα και τη Γλωσσική Αγωγή
Θεσσαλονίκη, 28.06.2010
Η στρατηγική για την ελληνική γλώσσα και τη γλωσσική αγωγή στην Ελλάδα και το εξωτερικό
Όσοι βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή της μάχιμης πολιτικής, έχουμε και μια πολύ μεγάλη ευθύνη. Να μην προσπεράσουμε το ραντεβού, με το αληθινά σημαντικό και το αληθινά μεγάλο.
Για αυτό είμαι σήμερα εδώ. Για μένα η γλώσσα είναι το μεγάλο. Γιατί πιστεύω στη δύναμη και στον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Γιατί πιστεύω ότι σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, μεσούσης μιας πολύ μεγάλης κρίσης, η ελληνική γλώσσα μπορεί να μας δώσει αισιοδοξία, αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, εμπιστοσύνη στο ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να καταφέρουμε. Η υπεροχή της γλώσσας μας, σε συνδυασμό με μια καλά οργανωμένη προσπάθεια, μπορεί να δώσει πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Υπάρχει πεδίο και μπορούμε να βάλουμε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών μας, εργαζόμενοι με δέσμευση και αφοσίωση για την επίτευξή τους. Αν σήμερα η αγγλική γλώσσα είναι για όλους τους λαούς του κόσμου, η πρώτη ξένη γλώσσα που προτιμάται από ανάγκη, ας κάνουμε την ελληνική, την πρώτη ξένη γλώσσα που θα προτιμάται από άποψη!
Φιλόδοξος στόχος; Σίγουρα. Εφικτός; Είναι στο χέρι μας. Η ιστορία, ο πολιτισμός αλλά και οι προκλήσεις της σημερινής εποχής είναι σύμμαχοί μας. Βασική προϋπόθεση, να ξεκινήσουμε από το ίδιο μας το “σπίτι”.
“Όταν δεν βρίσκουμε τις λέξεις, πιανόμαστε στα χέρια!” είχε πει το 2008 σε ομιλία της για την εκπαίδευση στην Γαλλική Ακαδημία, η γαλλίδα ακαδημαϊκός και κορυφαία ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγί. Φράση συγκλονιστική, που καταδεικνύει με έναν πολύ παραστατικό τρόπο πως τα όρια μεταξύ του πολιτισμού και της βαρβαρότητας σημαίνονται με λέξεις. Κι αν μας λείψουν, θα εκλείψει ο πολιτισμός.
Ιδιαίτερα για εμάς τους Έλληνες, θα συνιστούσε πραγματικά τραγική ειρωνεία να μας λείψουν οι λέξεις, όταν η ελληνική γλώσσα από τη μακρινή αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχει να επιδείξει έναν εντυπωσιακό πλούτο από λεξίτυπους καθώς μιλιέται και εξελίσσεται μέσα στους αιώνες. Και όταν ένα μεγάλο τμήμα από τους λεξίτυπους άλλων γλωσσών, όπως της αγγλικής, είναι αμιγώς ελληνογενές. Στο Merrian Webster, το πληρέστερο σήμερα αμερικανικό λεξικό, σε σύνολο 166.724 λέξεων η συμμετοχή ελληνογενών λέξεων είναι 42.914, αριθμός που αντιστοιχεί στο 25,73%. H μία στις τέσσερις λέξεις του είναι ελληνογενής. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο του αείμνηστου Ξενοφώντα Ζολώτα, μιλώντας το 1957 και το 1959 σε διεθνή φόρα με αμιγώς ελληνογενείς λέξεις της αγγλικής γλώσσας.
Αλλά και σήμερα, βασικοί όροι της επιστημονικής και τεχνολογικής πρωτοπορίας εκφράζονται με ελληνικά γλωσσικά δάνεια. Nanotechnology, η νανοτεχνολογία. Κι αυτή η λέξη που στα αγγλικά φαίνεται σαν μια σειρά από τυχαία γράμματα, μια σύμβαση δηλαδή , στα ελληνικά η ετυμολογική της σύνθεση το σημαίνον (η λέξη) έχει πρωτογενή σχέση με το σημαινόμενο (την έννοια). Είναι αυτή η ιδιότητα της ελληνικής γλώσσας που έκανε τον κορυφαίο φυσικό και εκ των θεμελιωτών της κβαντομηχανικής Βέρνερ Χάιζενμπεργκ να πει: “Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.”. Δεν είναι μικρό πράγμα η αναγνώριση αυτή από τον διανοητή στον οποίο οφείλουμε την “αρχή της απροσδιοριστίας”!
Η σημαντικότητα λοιπόν της πρόκλησης είναι δεδομένη και οφείλω να συγχαρώ το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας που επωμίστηκε την ευθύνη της σημερινής διοργάνωσης και να τονίσω εμφατικά πως αυτή η Συνάντηση Εργασίας, με την ποιότητα και το κύρος όλων των συμμετεχόντων, σηματοδοτεί πραγματικά μια καλή αρχή, για μια ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική για την Ελληνική Γλώσσα , εντός και εκτός συνόρων.
Στρατηγική που θα εμπνεύσει και θα συστρατεύσει τους καλύτερους για να επιτύχουμε το καλύτερο. Στρατηγική που θα καλύψει το έλλειμμα που υπάρχει σήμερα και το οποίο αντανακλά, αν θέλετε, μια ψυχολογία προεξοφλημένης συνθηκολόγησης με την αδιαφορία για την τύχη της ελληνικής γλώσσας.
Είμαστε εδώ ακριβώς για αυτό. Για να πούμε πως δεν συνθηκολογούμε με την αδιαφορία. Η ελληνική γλώσσα πρέπει να μας νοιάζει όλους. Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και του πολιτισμού μας και ταυτόχρονα ουσιαστικό στοιχείο για την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη του τόπου.
Ιδιαίτερα δε σε καιρούς δύσκολους όπως οι σημερινοί, καθώς βρισκόμαστε μέσα στη δίνη μιας βαθιάς και πολυεπίπεδης κρίσης, είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ να στραφούμε στα βασικά και στα θεμελιώδη. Κάθε κοινωνία χρειάζεται να επιστρέφει από καιρού εις καιρόν στα βασικά. Είναι λοιπόν ο καιρός να το κάνει και η ελληνική. Αυτή είναι μια πραγματική ευκαιρία της κρίσης. Όχι για να δοξάσουμε κάποιες απαράγραπτες αρχές, αλλά για να επιβεβαιώσουμε ότι τουλάχιστον για κάποια βασικά ερωτήματα έχουμε καταλήξει σε κοινούς τόπους, ότι οι απαντήσεις μας έχουν τον χαρακτήρα του αυτονόητου και με βάση αυτές τις απαντήσεις μπορούμε να δώσουμε διεξόδους, μπορούμε να μεταλλάξουμε τις αδυναμίες μας σε δημιουργικές εμπειρίες. Ότι δεν χρειάζεται δηλαδή να ξαναρχίζουμε τη συζήτηση κάθε φορά από την αρχή και να ανακαλύπτουμε τον τροχό.
Τι πιο αυτονόητο λοιπόν από το ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες θα πρέπει να μιλούν, να γράφουν και να σκέφτονται με σωστά ελληνικά. Τι πιο αυτονόητο από το ότι η γλωσσική αγωγή θα πρέπει να συνιστά υψηλή προτεραιότητα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Τι πιο αυτονόητο από το ότι η γλώσσα, μας ενώνει και μας ταυτοποιεί. Όχι σαν κάποιο “περιούσιο λαό” αλλά ως λαό με αυτογνωσία, ο οποίος σεβόμενος την κληρονομιά του – μπορεί να έχει κι ένα καθαρό όραμα για την Ελλάδα του μέλλοντος και πρώτα απ’ όλα τη γλωσσική κληρονομιά του που είναι η βάση του “σκέπτεσθαι” – .
Για αυτές τις προκλήσεις πρέπει να εργαστούμε, χωρίς ωραιοποιήσεις αλλά και χωρίς δαιμονοποιήσεις. Ο 15χρονος που επιστρέφει στο σπίτι του και λέει “έφαγα σήμερα ένα φλας” δεν συνιστά απειλή για τη γλώσσα. Περισσότερο ίσως θα πρέπει να μας προβληματίζει η ταλαιπωρία της γλώσσας στην έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία και ευρύτερα στη δημόσια επικοινωνία. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι όλοι οι πολίτες και κυρίως οι νέες γενιές να κατέχουν ικανό γλωσσικό απόθεμα για σκέψη και έκφραση.
Αυτή είναι η μία διάσταση του σημερινού εγχειρήματος. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως “εσωτερική”. Η άλλη διάσταση, η “εξωτερική”, αφορά στην παρουσία της ελληνικής γλώσσας έξω από τα εθνικά σύνορα. Ο ρόλος της ελληνικής γλώσσας είναι εξαιρετικά σημαντικός για την παγκόσμια ιστορία και την εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν θα επαναλάβω πολύ γνωστές αναγνωρίσεις αυτής της προσφοράς. Θα επικαλεστώ μόνο την πολύ πρόσφατη άρνηση του σκηνοθέτη Ζαν Λικ Γκοντάρ, να παρευρεθεί στο φεστιβάλ των Κανών σε ένδειξη συμπαράστασης προς την Ελλάδα, που τη συνόδευσε με μία δήλωση στην οποία μεταξύ άλλων είπε: “Όλοι χρωστάµε λεφτά στην Ελλάδα. Οι Έλληνες θα μπορούσαν να απαιτήσουν από τον σύγχρονο κόσμο χιλιάδες δισεκατομμύρια για πνευματικά δικαιώματα”.
Σήμερα ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται μπροστά σε πελώριες προκλήσεις. Είναι σαφές περισσότερο από ποτέ πως η παγκοσμιότητα των αγορών, των επικοινωνιών, των ανταλλαγών έχει ανάγκη από θεμελιώδεις αξίες πάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί ένας νέος, περισσότερο ανθρώπινος κόσμος. Σε μια συγκυρία χαοτικών απορρυθμίσεων, κεντρικές έννοιες της ελληνικής σκέψης όπως η ηθική, η αρετή, η φρόνηση, η δικαιοσύνη, η πολιτική συμμετοχή, προσλαμβάνουν το χαρακτήρα κρίσιμων διακυβευμάτων της εποχής μας.
Η εποχή των μεγάλων ιδεολογιών έχει παρέλθει. Οι σύγχρονες κοινωνίες δεν αναζητούν “-ισμούς” αλλά θεσμούς. Και οι θεσμοί για να λειτουργούν προϋποθέτουν ορθολογική σκέψη και δράση. Στοιχεία τα οποία ανέδειξε ο ελληνικός πολιτισμός και διατηρούν αναλλοίωτη τη διαχρονική σημασία τους.
Ξεκινάμε λοιπόν να ξεδιπλώνουμε τη στρατηγική μας για την ελληνική γλώσσα και τη γλωσσική αγωγή και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό με μία σειρά ενεργειών.
Πρώτο και σημαντικό κεφάλαιο είναι η διδασκαλία της γλώσσας στην ελληνική εκπαίδευση. Στα 800 πιλοτικά δημοτικά σχολεία, που ξεκινούν το Σεπτέμβριο, αυξάνονται οι ώρες διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας. Ενισχύουμε τη φιλαναγνωσία, με την ανάγνωση και λογοτεχνικών κειμένων , από την Α’ δημοτικού, ώστε το παιδί να έρθει σε επαφή με το βιβλίο .
Σ’ αυτό υπάρχει συνεργασία με λογοτέχνες, και καλλιτέχνες. Δίνουμε τη δυνατότητα σε κάθε Σύλλογο Εκπαιδευτικών να επιλέξει τον τρόπο, με τον οποίο θα οργανώσει τέτοιου είδους δραστηριότητες, με στόχο πάντοτε το παιδί να έρθει κοντά στην ελληνική λογοτεχνία, από πολύ μικρή ηλικία.
Το δεύτερο σημαντικό είναι η διδασκαλία της γλώσσας στα σχολεία του εξωτερικού. Δεν είμαστε τόσοι πολλοί ώστε να έχουμε την πολυτέλεια η τρίτη και τέταρτη γενιά των αποδήμων μας να μη μιλάει ελληνικά. Είναι μια μεγάλη απώλεια αυτή και ταυτόχρονα ένα λάθος μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο για τη σημασία που εμείς οι ίδιοι αποδίδουμε στη γλώσσα μας. Το κέντρο βάρους λοιπόν στα σχολεία του εξωτερικού πρέπει να είναι η Γλώσσα, η Ιστορία και ο Πολιτισμός. Γι’ αυτό και επικεντρωνόμαστε, όσον αφορά στο ανθρώπινο εκπαιδευτικό δυναμικό ,κατά προτεραιότητα στους νηπιαγωγούς, στους δασκάλους και στους φιλολόγους.
Σε δεύτερη κατηγορία είναι οι ειδικότητες εκείνες, οι οποίες ασχολούνται με τον πολιτισμό, δηλαδή γυμναστές που ξέρουν χορούς και μουσικοί. Στο θέμα των σχολείων του Απόδημου Ελληνισμού ξεκινάει μια διαβούλευση με στόχο, και με το Συμβούλιο Αποδήμων – να καταλήξουμε τον Οκτώβριο σε ένα νέο σχέδιο λειτουργίας των σχολείων ανά ήπειρο και ανά περιοχή, με επίκεντρο την ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό.
Τρίτο πεδίο παρέμβασης συνιστά η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ανήλικους και ενήλικους παλιννοστούντες και μετανάστες. Η γνώση της ελληνικής γλώσσας στην χώρα μας από τους μετανάστες είναι το κυρίαρχο στοιχείο ενσωμάτωσης και ένταξης. Εδώ υπάρχουν και αναβαθμίζονται μια σειρά προγραμμάτων.
Πιο συγκεκριμένα:
“ Προχωράμε στην παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, για την υποστήριξη της ελληνικής γλώσσας, κυρίως, με την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας. Η αξιοποίησή της για την δημιουργία υλικού, το οποίο θα υποστηρίζει, από την πολύ νεαρή ηλικία, την σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας και ο ειδικός σχεδιασμός γι’ αυτή την πρώτη γενιά του διαδικτύου, είναι μία από τις προτεραιότητες και τις ενότητες οι οποίες θα συζητηθούν.
“ Ενισχύουμε την έρευνα στο θέμα της γλώσσας, της γλωσσολογίας και της γλωσσικής αγωγής, δηλαδή από την αρχαία ελληνική μέχρι την εξέλιξη της σημερινής γλώσσας και παράλληλα υποστήριξη των λογοτεχνικών και των επιστημονικών σπουδών.
“ Αξιοποιούμε επίσης τις νέες δυνατότητες για εξ’ αποστάσεως διδασκαλία και αυτοεκπαίδευση. Αυτό αφορά τους Έλληνες ενήλικες σε όλα τα σημεία του πλανήτη, οι οποίοι θα ήθελαν να μάθουν ή να βελτιώσουν την γνώση της ελληνικής γλώσσας εξ’ αποστάσεως.
Επίσης, ενισχύουμε την υποστήριξη των Σπουδών Μετάφρασης και Διερμηνείας.
Μια πολύ μεγάλη πρωτοβουλία που συνιστά άμεση προτεραιότητα για το Υπουργείο Παιδείας είναι η καθιέρωση ενός σοβαρού και αξιόπιστου Πιστοποιητικού Ελληνομάθειας. Για να είναι ένα πιστοποιητικό κύρους, όπως συμβαίνει και με άλλες χώρες, έχει πολύ μεγάλη σημασία ποιος φορέας το χορηγεί.
Σκεφτόμαστε τη δημιουργία ενός ισχυρού Οργανισμού για την ελληνική γλώσσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ο οποίος με επιστημονική εγκυρότητα θα βεβαιώνει και θα πιστοποιεί την ελληνομάθεια. Θα έχει τη μορφή ενός Διεθνούς Δικτύου Σημείων Επαφής με την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό, σε οργανική διασύνδεση με το σύνολο των Εδρών Ελληνικής Γλώσσας και Ελληνικών Σπουδών που λειτουργούν σήμερα ανά τον κόσμο. Μια πρώτη σκέψη για την επωνυμία αυτού του Διεθνούς Δικτύου, είναι να φέρει το όνομα “Λόγος” (Logos) που σηματοδοτεί την κορυφαία συνεισφορά της ελληνικής σκέψης στον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο ελληνικός Λόγος έγινε η γέφυρα για να περάσει η ανθρωπότητα στον κόσμο της λογικής. Σήμερα είναι επιτακτικό το αίτημα να παραμείνει σε αυτόν.
Για το συντονισμό της όλης στρατηγικής, προωθούμε την ιδέα της σύστασης ενός Εθνικού Συμβουλίου για τη στήριξη και προώθηση της ελληνικής γλώσσας. Για το θέμα αυτό είχα ήδη μία πρώτη συζήτηση και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια, ώστε η σύνθεσή του να αντανακλά μια πραγματική συστράτευση αξιόλογων Ελλήνων από κάθε γωνιά του πλανήτη που θα καταδεικνύει τη συλλογική μας βούληση να φέρουμε την ελληνική γλώσσα στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος. Είχα την απόλυτα θετική ανταπόκρισή του και ενδιαφέρον του , ώστε το όλο εγχείρημα να έχει την θετικότερη δυνατή έκβαση.
Παράλληλα, εντός του Υπουργείου Παιδείας μελετάμε τη σύσταση Ειδικής Γραμματείας για την Ελληνική Γλώσσα για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και την αποδοτική υλοποίηση όλων των ενεργειών που προανέφερα.
Κλείνω με τη σκέψη πως αυτή η πρώτη συνάντηση εργασίας εδώ στη Θεσσαλονίκη, στην καρδιά της Βόρειας Ελλάδας, στην καρδιά της Μακεδονίας και της Θράκης, αναδεικνύει ένα πολιτισμικό πρόταγμα μεγάλης κλίμακας για τη χώρα μας. Είναι ένα εγερτήριο σάλπισμα για τη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Να ενώσουμε χέρια, ιδέες, δυνάμεις και εμπειρίες. Να δουλέψουμε υπεύθυνα έχοντας πάντα στο νου μας, τους στίχους του Σεφέρη:
“Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας
Πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
Μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες;”
Το μήνυμα του Νομπελίστα ποιητή μας είναι η αυτονόητη άποψη που πρέπει ως Έλληνες να έχουμε για τη γλώσσα μας. Αλλά είναι και η πυξίδα για να κάνουμε να νιώσουν την ελληνική ως δική τους γλώσσα και να την επιλέξουν “από άποψη” όπως είπα και στην αρχή, χιλιάδες ή – γιατί όχι; – και εκατομμύρια δυνητικοί φίλοι της Ελληνικής γλώσσας και του Ελληνικού Πολιτισμού σε ολόκληρο τον κόσμο.
Συνέντευξη
κ.
Πρωθυπουργού
στο CBC
Transcript
of report by Neil Macdonald
Interview
with Prime Minister of Greece George Papandreou
CBC News: The National
June
20, 2010
IAN HANOMANSING (HOST):
When G20 leaders meet this week you can bet they’ll talk about the European
economy. Earlier this year the entire continent was on the verge of a meltdown
set off in part by problems in Greece. That country's debt is out of control. The man in charge
of bringing it back in line is the Prime Minister George Papandreou. Our senior
Washington correspondent Neil
Macdonald sat down for an exclusive interview with Papandreou today.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Hello, sir.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
George Papandreou is by all accounts an honest man, as opposed to his
predecessors. He’s come clean about his country's financial mess, its crooked
books, its corruption and its tax evasion, and he's traveling the world now
repeating what he hopes is a reassuring message that Greece is going to make good
on one of those.
(Interview):
That's a guarantee Greece will in no way default of force creditors to take less or make
their investors take a haircut or in any way walk away from any of the debt.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Absolutely not. This is a decision we have made. That was an option and we took
it off the table.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
But the labours of Hercules were probably a cinch compared to what this Greek
has on it hands. This year Greece’s deficit will be 13.6% of its entire economy or its GDP. Right now Greece’s debt is about 115%
of its GDP. By comparison, the
figure for Britain, a country much more
able to pay its debt, is 68%. Even in the best-case scenario, Greece’s debt is forecast to
hit 145% of GDP in three years and
government spending accounts for half the entire Greek economy.
(Interview):
You know, not to put too fine a point on it, Prime Minister, but back in 1995,
I think, Canada was pronounced an
economic basket case when its debt was 77% of GDP. You're well beyond that. Maybe you could
tell me why I have such a hard time finding any economists who say you are not
past the tipping point already, you are not past the point of no return where
you can do nothing to cope with this debt and rising debt servicing costs.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
I have heard both side, but first of all, the fact that we're on track is very
important, and that is not my words. Those are the words of the IMF and
European Union. They just were visiting our country. We're in a much better
shape than we were eight months ago. We have shown now the political will, but
also the practical implementation that we can do this.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
And as noted, Papandreou is at least telling the truth about his national
finances. It was not always the case. In the past decade, in fact, Greece’s government was
borrowing on false pretences, to put it mildly. Originally, Greece reported deficits for
the past decade ranging from 2% of GDP in 2000 to 3.7% of GDP in 2009. Those figures
evolved and revised up, way up. Now Greece concedes those numbers started at 3.7% in
2000, rising to a whopping 13.6%, meaning that just last year the official
figure was originally low-bulb by 9.9%.
(Interview):
In other words, the Greek government was in a sense defrauding creditors for
nearly 10 years. In this country, people have gone to prison for that. What's
the difference between what Enron did, for example, and what your predecessors
did?
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
It's not the government that's necessarily to blame.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
At first, he equivocates, but in the next breath...
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Yes, there was a huge case of fraud with the previous government. But we wanted
to be very honest about this. It is a case which we are going to be examining
in our parliament. There are responsibilities and there may be legal
ramifications for those who actually did this to our country.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
Those are the elite of your country. Those are people that are amongst the
elite or the political leadership of your country. Are you actually willing to
go after them?
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Absolutely. Because what we have said, and I think this is a sense of justice
we have to bring, transparency, we're turning the page and we're making our
country absolutely transparent – I think this will be one of the most
transparent countries in the world – and we’ll fight corruption. Because this
was part of the problem.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
More importantly, though, this socialist prime minister is doing something very
unsocialist. He has launched an austerity program, the very announcement of
which has triggered riots. Unions have taken to the streets and in May angry
crowds firebombed a bank, killing three people. The Greek government says it
has or intends to cut spending deep by 30 billion euros over the years.
Papandreou is committing to bringing the deficit from 13.6% of GDP to beneath 3% in just
four years, something most economists consider impossible: Collect more taxes,
a lot more taxes, 4% higher sales tax, 30% higher sin taxes and most
importantly, a clamp down on tax evasion; freeze or even cut salaries and
reform pensions. The average retirement age in Greece is 61 but retirement in the 50's is
common. The government wants to increase that figure to 65. Papandreou's
actually encouraged by Canada's experience. In the 1990's, Paul Martin fixed the books by laying
off tens of thousands of public servants and cutting spending drastically.
(Interview):
Nobody firebombed any banks at the time, though. You haven't done that much.
You have announced it and have already had riots. Why would anyone believe that
the Greek people will put up with the kinds of things you intend to do?
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
People also realize that it is a patriotic duty. We really have to turn around
our country, we have to be credible again. I have said that our biggest deficit
is our credibility deficit, it's not the money itself. We have to become
credible again. That's what we're working for and we have to show the
determination that we are ready to make sacrifices. And we've done so.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
Germany thought has gone even
further, raising its retirement age to 67 and Germans are asking why they
should work harder and longer than the nation they have just bailed out. That,
it turns out, is a sensitive question to Papandreou.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
In fact, the OACD figures say that the Greeks work harder and longer than the
Germans. This is one of the stereotypes, of course, that in the last few
months... It's very easy to create stereotypes. You go to Greece over the summer, it's
a great place, you dance, you swim, you see people enjoying themselves. That,
of course, is the tourist industry, and we're very proud of it, but it's not
daily life. People work hard in Greece.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
I suspect the Germans would have a hard time swallowing the idea that your
citizenry works longer and harder than they do.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
That is not my position. That's the OACD’s. There are a number of parameters.
You have to look at the total picture to see that what we're doing is actually
quite fair, even compared to what Germany (inaudible).
NEIL MACDONALD (REPORTER):
A lot of economists though are questioning not just whether Papandreou's plan
will work but why he's doing it, given the severity of Greece’s situation.
(Interview):
You mentioned the IMF. Their own figures say that if things go well, even if
the plans that you're instituting now work, your debt is at 115% of GDP right now and in three
years your debt will be 145% of GDP and that’s if things go well, which will mean that you will
perforce need another bailout in three years. I mean, why would you put your
economy through the wringer like this and not simply say, look, these debts are
overwhelming, we're going to have what some other nations do and our investors
are just going to have to accept something less?
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
What they also say is once we reach that, then it's going to taper off, so yes,
it is a difficult program, but we'll get there in order to have it tapered off
afterwards. And I think we can do that.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
Plus he points out he governs a nation of tax evaders with a huge underground
economy. It can all be exposed, he says, and taxed.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
This was very bad. We're not happy or proud about that, but it gives us a
different type of a margin to actually make changes which have to do with how
we can dealt with our deficit.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
He repeats there will be no default and he says Greece has no intention of dropping out of the
euro zone no matter how many economists think it will.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
On the balance, people are very much happy to be in the euro and are very
worried about all this discussion around the world that Greece is going to leave the
euro. We're not going to leave the euro.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
He is also calmly angry about the power Wall Street has over sovereign nations.
Recently the ratings agencies Moody’s and Standard and Poor's downgraded Greece’s credit to junk
status. Why, asks Papandreou, should those agencies be allowed to do such a
thing after their proven incompetence during the U.S. financial crisis? That, he says, is
something the G20 should discuss in Toronto this week.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Is there a conflict of interest with these rating agencies? How much are they
linked up with other interests? And I think that's a question which has been
put before the G20 now. I mean, what kind of transparency do we have in the
financial sector?
NEIL MACDONALD (REPORTER):
Even by Congress.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Even by Congress, so they don't seem to be leaders, they seem to be followers.
They were followers when there was a financial bubble, AAA ratings for junk
bonds, and now they're followers when there's a fear in the market.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
Do you think they are making the same mistakes with Greece as they made about the
subprime market?
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
I think so. I think it is very easy... I mean, the markets are jittery, I felt
that. And the markets can create when they're jittery a sense of mob reaction.
NEIL MACDONALD (REPORTER):
Prime Minister, I want to thank you for taking the time to do this. We
appreciate it very much.
GEORGE PAPANDREOU (PRIME MINISTER OF GREECE):
Thank you very much.
Δηλώσεις Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου μετά τη συνάντησή του με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Ban Ki Moon στη Νέα Υόρκη (21/6)
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ - Αθήνα, 22 Ιουνίου 2010
Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Είχα μία εξαιρετική συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, τον κ. Μπαν Κι Μουν, με τον οποίο συζητήσαμε σειρά ζητημάτων. Πρώτα απ’ όλα, συζητήσαμε διεθνή θέματα, που έχουν σχέση ιδιαίτερα με τους στόχους τις χιλιετίας, όπως λέγεται, καθώς και την συνάντηση του G20 στο Τορόντο. Επίσης, συζητήσαμε την ανάγκη να υπάρχουν ρυθμίσεις στη διεθνή αγορά, ιδιαίτερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, την ανάγκη ακόμα και για το φόρο στις συναλλαγές, που θα μπορέσει να αποδώσει σημαντικούς πόρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να πάνε και στη στήριξη της ανάπτυξης διεθνώς, και στην επένδυση στην πράσινη τεχνολογία, στο να μπορέσουμε να κάνουμε τις οικονομίες μας πράσινες και βιώσιμες, αλλά και να συμβάλουν στους στόχους του ΟΗΕ, που είναι να καταπολεμήσει τη φτώχεια και να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Επίσης, είχαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις γύρω από τις πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και, οπωσδήποτε, για το μεγάλο ζήτημα, το Κυπριακό, για το οποίο τόνισα την προσήλωσή μας και τη συνεργασία μας με την Κυπριακή Δημοκρατία, στην προσπάθεια που γίνεται εκ μέρους του Προέδρου, Δημήτρη Χριστόφια, την οποία στηρίζουμε, μέσα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, αλλά και του ευρωπαϊκού κεκτημένου, να βρεθεί η λύση στο Κυπριακό, χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις και τεχνητά χρονοδιαγράμματα.
Παράλληλα, είχα την ευκαιρία να επαναλάβω τη βούλησή μας να συμβάλουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην εξεύρεση λύσης στο θέμα του ονόματος της FYROM, μια λύση βεβαίως όπου θα υπάρχει ένας προσδιορισμός γεωγραφικός, για όλες τις χρήσεις του ονόματος της γείτονος χώρας.
Ήταν μια θετική και εποικοδομητική συνάντηση, κατά την οποία μπορέσαμε να προωθήσουμε σημαντικά μας συμφέροντα στην περιοχή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρόεδρε, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, στην πρόσφατη έκθεσή του για το Κυπριακό, επιμένει να βάλει χρονοδιάγραμμα για λύση μέχρι το τέλος του 2010. Το συζητήσατε; Και τι του είπατε;
Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Όπως είπα, τεχνητά χρονοδιαγράμματα δεν συμβάλλουν – το έχουμε δει και στο παρελθόν – στην επίλυση του Κυπριακού. Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρξει η ουσιαστική βούληση και ο απαραίτητος χρόνος. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς θέλουμε να συζητιέται αέναα το Κυπριακό. Αντιθέτως, χρειάζεται βούληση, βούληση βεβαίως και από την τουρκική πλευρά, ουσιαστική βούληση επιτέλους, ώστε το Κυπριακό να λυθεί, μέσα στο γνωστό πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε ό,τι αφορά το Σκοπιανό, ενημερώσατε τον Γενικό Γραμματέα για τις επαφές που κάνατε με τη σκοπιανή πλευρά; Να σας θυμίσω ότι ο κ. Σαμαράς σάς έχει κατηγορήσει για «μυστική διπλωματία» και υπήρχαν διαρροές την περασμένη Κυριακή στον Τύπο για νέα ονόματα σε σχέση με τη συνταγματική ονομασία.
Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Όπως σας είπα, η θέση μας παραμένει η ίδια, είναι η σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, erga omnes όπως λέμε, και αυτό ακριβώς μετέφερα στον Γενικό Γραμματέα, τον κ. Μπαν Κι Μουν, λέγοντας βεβαίως ότι εμείς είμαστε έτοιμοι και παίρνουμε πρωτοβουλίες για να λυθεί το ζήτημα. Αυτές δεν είναι μυστικές πρωτοβουλίες, είναι ανοιχτές, δημόσιες πρωτοβουλίες, με στόχο ακριβώς να βρούμε τη λύση μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρωθυπουργέ, σύμφωνα με αναφορές στον ελληνοκυπριακό Τύπο, η Κυβέρνηση των Ελληνοκυπρίων διαμαρτύρεται, επειδή τα Ηνωμένα Έθνη κατά κάποιο τρόπο τους επέβαλαν προθεσμία για την εξεύρεση λύσης. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη; Πιστεύετε ότι θα έπρεπε να υπάρξει προθεσμία για την επίλυση του Κυπριακού;
Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Καταρχάς, δεν συζητήσαμε για προθεσμία με τον Γενικό Γραμματέα. Πιστεύω ότι πρέπει να βρούμε μια λύση. Και όσο συντομότερα, τόσο το καλύτερο. Αλλά το να θέτουμε μηχανιστικές προθεσμίες, συχνά δεν βοηθά στην εξεύρεση λύσης. Επομένως, αυτό που πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε, είναι να εκμεταλλευτούμε αυτή την ευκαιρία, για να εστιάσουμε στην εξεύρεση λύσης για την Κύπρο.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κύριε Πρωθυπουργέ, αναφορικά με το όνομα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, τι ακριβώς είπατε στον Γενικό Γραμματέα, εάν φυσικά θα μπορούσατε να το μοιραστείτε μαζί μας; Και θα μπορούσατε να προχωρήσετε σε μια πρωτοβουλία, που θα ήταν σχεδόν οριστική; Υπάρχει κάποια προθεσμία, εντός της οποίας προβλέπετε ότι μπορεί να επιλυθεί το πρόβλημα;
Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Εάν θέλαμε να θέσουμε κάποια προθεσμία, θα ήταν χθες, καθώς το πρόβλημα έπρεπε να έχει λυθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Είναι πολύ σημαντικό και όχι μόνο για τις διμερείς μας σχέσεις. Όπως γνωρίζετε, η Ελλάδα έχει προτείνει την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή οικογένεια έως το 2014. Πιστεύουμε ότι είναι μια συμβολική ημερομηνία. Είναι η 100ή επέτειος από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που μπορεί να μην ξεκίνησε στην περιοχή μας, αλλά βιώνουμε μια αναταραχή της ιστορίας στην περιοχή, αυτά τα τελευταία 100 χρόνια. Θα είναι ένα συμβολικό τέλος, μια πολύ ειρηνική πορεία προς την Ευρώπη, ένα ειρηνευτικό σχέδιο για την ένταξη όλων αυτών των χωρών στην ευρωπαϊκή οικογένεια.
Κατά συνέπεια, πιστεύω ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα του ονόματος. Δηλώσαμε την αντίθεσή μας πολύ ξεκάθαρα, θέλουμε μια ονομασία, που να προσδιορίζει γεωγραφικά την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όλους τους σκοπούς. Και σε αυτό το πλαίσιο, αναζητούμε τις καλύτερες λύσεις. Προσωπικά, προσβλέπω στην ημέρα κατά την οποία, εμείς, οι δύο χώρες, θα μπορούμε να συνεργαζόμαστε πολύ στενά, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το NATO και άλλους Οργανισμούς, όσο και σε διμερές επίπεδο, διότι πραγματικά έχουμε πολλά να μοιραστούμε, μοιραζόμαστε τόσα πολλά και έχουμε τόσα κοινά συμφέροντα, που νομίζω ότι είναι κρίμα που δεν έχει βρεθεί ήδη κάποια λύση.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αύριο θα μεταβείτε στην Τουρκία. Ποια είναι μέχρι στιγμής τα μηνύματά σας προς τον Τουρκικό λαό, καθώς είστε ένας από τους πρώτους Έλληνες Πρωθυπουργούς, που ξεκίνησαν αυτή την αξιόλογη διαδικασία, μαζί με τον πρώην Υπουργό των Εξωτερικών μας, Ισμαήλ Τζεμ;
Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Προσκλήθηκα στην Πρωτοβουλία για τη Συνεργασία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στη Σύνοδο των Ηγετών των Βαλκανικών Χωρών, που θα πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη την Τετάρτη. Θα δώσω «το παρόν», πιστεύοντας ότι έτσι θα μεταφέρω ένα μήνυμα προς την περιοχή μας, μήνυμα ανάγκης και επιθυμίας για στενή συνεργασία. Ωστόσο, θα υπογραμμίσω και πάλι τη βούλησή μας, η οποία πιστεύω ότι αποτελεί βούληση και του Τουρκικού λαού. Είπα όμως, επίσης, ότι είμαι βέβαιος, ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν είναι υπέρ μίας ρηξικέλευθης κίνησης, αλλά και πρόθυμος να επιλύσουμε κάποια από τα δύσκολα ζητήματα, που αντιμετωπίζουμε στην πάροδο των χρόνων, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στο μέλλον. Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε μαζί. Στην τελευταία επίσκεψη του Πρωθυπουργού Ερντογάν στην Αθήνα, υπογράψαμε 22 συμφωνίες, γεγονός που αποδεικνύει ότι έχουμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε μπροστά. Ας ασχοληθούμε με τα δύσκολα ζητήματα, ας τα λύσουμε κι ας προχωρήσουμε. Είτε πρόκειται για το Κυπριακό, είτε για το ζήτημα της Υφαλοκρηπίδας, μπορούμε να επιλύσουμε αυτά τα προβλήματα.
Απάντηση ΑΝΥΠΕΞ, κ. Δ. Δρούτσα, σε συζήτηση επίκαιρης ερώτησης στη Βουλή για το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ (18.06.10) Αθήνα, 18 Ιουνίου 2010 Βασικά σημεία: Η (χθεσινή) συνάντηση (κ.Παπανδρέου- κ. Γκρουέφσκι) όπως και οι προηγούμενες έγινε κατόπιν δικής μας επιδίωξης. Έγινε, επειδή πιστεύουμε ότι οι διμερείς συναντήσεις δεν μπορούν μεν να υποκαταστήσουν τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη υπό τα Ηνωμένα Έθνη, μπορούν όμως –και αυτό είναι τουλάχιστον η δική μας πρόθεση- να δημιουργήσουν ένα πιο θετικό, ένα καλύτερο κλίμα, απαραίτητο, το οποίο θα μπορέσει να διευκολύνει, ελπίζουμε, και την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Και σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους συναντήσεις αφαιρούν από οποιονδήποτε τη δυνατότητα να επικαλεστεί ως επιχείρημα ότι εμείς, η Ελλάδα, δεν συμμετέχουμε σε αυτή τη διαδικασία με εποικοδομητική διάθεση. Στη φάση αυτή η δημόσια συζήτηση για συγκεκριμένα ονόματα, είτε αυτά είναι προτάσεις είτε απλώς είναι κάποια δημοσιεύματα του Τύπου, δεν έχει νόημα. Δεν πιστεύω ότι είναι καλό να μιλάμε για ονόματα όταν η άλλη πλευρά δεν έχει επιδείξει ακόμη την απαραίτητη διάθεση να διαπραγματευτεί σοβαρά. Εφόσον υπάρξουν προτάσεις σοβαρές που πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις που έχουμε θέσει εμείς, η ελληνική Κυβέρνηση, είμαστε διατεθειμένοι να εξετάσουμε τέτοιου είδους προτάσεις με σοβαρότητα. Καταφέραμε με την εξωτερική πολιτική που ασκήσαμε τους τελευταίους μήνες … οι πιέσεις πλέον να μην είναι πάνω στην Ελλάδα, αλλά αποκλειστικά πάνω στα Σκόπια. Σε ό,τι αφορά στο δημοψήφισμα. Όλοι γνωρίζουμε πρώτα απ' όλα ότι ο κ. Γκρουέφσκι πάει να κρυφτεί πίσω από την κοινή γνώμη της χώρας του. Εξωθεί συστηματικά τους οπαδούς του στα άκρα, προβάλλει στους ψηφοφόρους αρνητικά στερεότυπα για τη χώρα μας και ανακοινώνει με πανηγυρισμούς ότι είναι ενάντια σε λύση και μετά κρύβεται πίσω από τη λαϊκή ετυμηγορία. (Εμείς) δεν φοβόμαστε να αναλάβουμε ευθύνες και δεν θα μεταθέσουμε στο λαό την ευθύνη των αποφάσεών μας. Η δέσμευση η δική μας στη διαδικασία του ΟΗΕ είναι γνήσια, όπως και η προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε στη γειτονιά μας μια περιοχή ειρήνης, ασφάλειας και ανάπτυξης. Μια ευρωπαϊκή γειτονιά, χωρίς τα διεθνή και περιφερειακά προβλήματα που μας ταλανίζουν τόσα χρόνια. ΠΡΩΤΟΛΟΓΙΑ κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, Έχουμε συζητήσει συχνά το σκοπιανό σε αυτήν την αίθουσα και ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες από τη στιγμή που αναλάβαμε την Κυβέρνηση. Είναι βεβαίως σημαντικό εθνικό θέμα και έχω την εντύπωση ότι θα το συζητήσουμε κι άλλες φορές. Θέλω να πω ότι η σημερινή συζήτηση διεξάγεται την επομένη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και λίγες μόνο ημέρες μετά τα τελευταία Συμβούλια Γενικών και Εξωτερικών Υποθέσεων. Χτες στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ο Πρωθυπουργός είχε συνάντηση με τον Σκοπιανό ομόλογό του τον κ. Γκρουέφσκι ο οποίος βρισκόταν στις Βρυξέλλες με άλλη αφορμή. Η συνάντηση αυτή όπως και οι προηγούμενες έγινε κατόπιν δικής μας επιδίωξης. Έγινε, επειδή πιστεύουμε ότι οι διμερείς συναντήσεις δεν μπορούν μεν να υποκαταστήσουν τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη υπό τα Ηνωμένα Έθνη, μπορούν όμως –και αυτό είναι τουλάχιστον η δική μας πρόθεση- να δημιουργήσουν ένα πιο θετικό, ένα καλύτερο κλίμα, απαραίτητο, το οποίο θα μπορέσει να διευκολύνει, ελπίζουμε, και την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Και σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους συναντήσεις αφαιρούν από οποιονδήποτε τη δυνατότητα να επικαλεστεί ως επιχείρημα ότι εμείς, η Ελλάδα, δεν συμμετέχουμε σε αυτή τη διαδικασία με εποικοδομητική διάθεση. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Εμείς είμαστε ειλικρινείς όταν λέμε ότι πραγματικά επιθυμούμε να υπάρξει λύση, όταν λέμε ότι στο όραμά μας για την πλήρη ενσωμάτωση των δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε κατά νου και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και μάλιστα ως έναν από τους πρώτους υποψηφίους. Θα μου επιτρέψετε να πω ότι στη φάση αυτή η δημόσια συζήτηση για συγκεκριμένα ονόματα, είτε αυτά είναι προτάσεις είτε απλώς είναι κάποια δημοσιεύματα του Τύπου, δεν έχει νόημα. Δεν πιστεύω ότι είναι καλό να μιλάμε για ονόματα όταν η άλλη πλευρά δεν έχει επιδείξει ακόμη την απαραίτητη διάθεση να διαπραγματευτεί σοβαρά. Είναι ανώφελο, είναι ενάντια στα δικά μας συμφέροντα να διαπραγματευόμαστε μεταξύ μας, τη στιγμή που ο κ. Γκρουέφσκι παραμένει αμετακίνητος. Εμείς πάντως είμαστε εδώ και έχουμε εκφράσει τις θέσεις μας με σαφήνεια και οφείλουν να το κάνουν και αυτοί, για να προχωρήσουμε στη διαδικασία. Έχουμε ξεκαθαρίσει τις παραμέτρους για τη λύση του προβλήματος. Επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά: ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και εφαρμογή έναντι όλων. Και έχω τονίσει επανειλημμένα ότι εφόσον υπάρξουν προτάσεις σοβαρές που πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις που έχουμε θέσει εμείς, η ελληνική Κυβέρνηση, είμαστε διατεθειμένοι να εξετάσουμε τέτοιου είδους προτάσεις με σοβαρότητα. Η ελληνική αυτή θέση είναι πάγια, είναι σταθερή, αποσαφηνισμένη προς τους τρίτους και απολαμβάνει πλέον και της υποστήριξης της πλειονότητας των πολιτικών κομμάτων της χώρας μας και αυτό νομίζω είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Ίδια όμως σοβαρότητα απαιτείται και από την άλλη πλευρά προκειμένου να εξευρεθεί αμοιβαίως αποδεκτή λύση, άρα η πρόσκλησή μας πάει προς την σκοπιανή ηγεσία και προσωπικά στον κ. Γκρουέφσκι: επιτέλους να έρθει με εποικοδομητικό τρόπο και πνεύμα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Θα μου επιτρέψετε κ. Καρατζαφέρη να κλείσω λέγοντας και το εξής: οι ανησυχίες μας για τα εθνικά θέματα είναι κοινές, νομίζω όλοι μας το γνωρίζουμε. Το ίδιο είναι και η αγωνία μας, η αφοσίωσή μας για την υπεράσπιση των συμφερόντων της πατρίδας μας. Η εξωτερική πολιτική της Κυβέρνησής μας δεν καθορίζεται από επικοινωνιακούς όρους ή επικοινωνιακές ανάγκες. Καθορίζεται με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της Ελλάδας. Εργαζόμαστε με σοβαρότητα, συστηματικό τρόπο, με όραμα, αλλά και πλήρη ρεαλισμό προς αυτήν την κατεύθυνση. Αυτό κ. Καρατζαφέρη το γνωρίζετε και είμαι σίγουρος ότι το εκτιμάτε. Ευχαριστώ πολύ. ΔΕΥΤΕΡΟΛΟΓΙΑ κ. Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ: Ευχαριστώ πολύ κ. Καρατζαφέρη για τις παρατηρήσεις σας. Πρώτα απ' όλα σε ό,τι αφορά στο άρθρο και τη διαρροή που υπονοήσατε ότι έκανε η Κυβέρνηση για να τεστάρει την κοινή γνώμη, τέτοιου είδους πρακτικές - σας το λέω επειδή είχατε την καλοσύνη να με αποκαλέσετε μοντέρνο άνθρωπο και νέο πολιτικό - για εμένα είναι άγνωστες. Εμείς ασκούμε εξωτερική πολιτική με πλήρη διαφάνεια, με μοναδικό γνώμονα το ελληνικό συμφέρον και χωρίς να κοιτάζουμε επικοινωνιακές ανάγκες ή επικοινωνιακές επιβολές στην άσκηση της εξωτερικής μας πολιτικής. Είναι πολύ σοβαρά αυτά τα θέματα και εμείς με απόλυτη σοβαρότητα τα αντιμετωπίζουμε. Κύριε Καρατζαφέρη, θα ήθελα απλώς να υπενθυμίσω σε ποιό σημείο αναλάβαμε ως Κυβέρνηση τον περασμένο Οκτώβριο το σκοπιανό. Κατά την άποψή μου είχε ξεφύγει το θέμα, οι πιέσεις πάνω στην Ελλάδα ήταν πολύ μεγάλες, όχι στα Σκόπια, πάνω στην Ελλάδα. Υπήρχε ο κίνδυνος, και η απειλή αν θέλετε, από πλευράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης να δώσει την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων στα Σκόπια, χωρίς την προηγούμενη επίλυση του θέματος. Υπήρχε και η γνωστή γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε αυτήν την κατεύθυνση και πιστεύω -και αυτό νομίζω θα μας το πιστώσετε κι εσείς- ότι καταφέραμε με την εξωτερική πολιτική που ασκήσαμε τους τελευταίους μήνες αυτήν την κατάσταση να την φέρουμε «τούμπα». Και οι πιέσεις πλέον να μην είναι πάνω στην Ελλάδα, αλλά αποκλειστικά πάνω στα Σκόπια. Αυτό νομίζω είναι μια επιτυχία και πάνω σε αυτό εμείς θέλουμε να συγκεντρωθούμε και να χτίσουμε τα επόμενα βήματά μας για την επίλυση αυτού του θέματος. Και για άλλη μια φορά: η θέση της Κυβέρνησης και - το τονίζω για άλλη μια φορά - της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων της χώρας είναι ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό για κάθε χρήση. Και, εφόσον υπάρξουν σοβαρές προτάσεις οι οποίες πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, η Κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να τις εξετάσει με σοβαρότητα και με συστηματικό τρόπο. Και θα δούμε πού θα καταλήξουμε. Τέλος, σε ό,τι αφορά στο δημοψήφισμα. Όλοι γνωρίζουμε πρώτα απ' όλα ότι ο κ. Γκρουέφσκι πάει να κρυφτεί πίσω από την κοινή γνώμη της χώρας του. Εξωθεί συστηματικά τους οπαδούς του στα άκρα, προβάλλει στους ψηφοφόρους αρνητικά στερεότυπα για τη χώρα μας και ανακοινώνει με πανηγυρισμούς ότι είναι ενάντια σε λύση και μετά κρύβεται πίσω από τη λαϊκή ετυμηγορία. Η δέσμευση η δική μας στη διαδικασία του ΟΗΕ είναι γνήσια, όπως και η προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε στη γειτονιά μας μια περιοχή ειρήνης, ασφάλειας και ανάπτυξης. Μια ευρωπαϊκή γειτονιά, χωρίς τα διεθνή και περιφερειακά προβλήματα που μας ταλανίζουν τόσα χρόνια. Στην ερώτησή σας για δημοψήφισμα, θυμάστε κ. Καρατζαφέρη ότι είχα την τιμή να απαντήσω ξανά, πάντα με μεγάλο σεβασμό στο θεσμό της Βουλής των Ελλήνων. Και η απάντησή που έδωσα τότε, ισχύει βεβαίως και σήμερα. Ζητήσαμε την ψήφο του ελληνικού λαού με ξεκάθαρες θέσεις και λάβαμε την εντολή του για να κάνουμε αυτές τις θέσεις πραγματικότητα. Και να φέρουμε αυτές τις αλλαγές στην πατρίδα μας τις οποίες έχει ανάγκη, για να μπορεί να ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον. Στο καλύτερο αυτό μέλλον το οποίο θα δημιουργήσουμε, μαζί με τον ελληνικό λαό. Γι' αυτό είμαι απολύτως σίγουρος. Λάβαμε λοιπόν την εντολή του για να κάνουμε αυτές τις θέσεις πραγματικότητα και μας τίμησε ο ελληνικός λαός με την εμπιστοσύνη του επειδή γνωρίζει ότι εμείς δεν φοβόμαστε τις ευθύνες. Δεν φοβόμαστε να αναλάβουμε ευθύνες και δεν θα μεταθέσουμε στο λαό την ευθύνη των αποφάσεών μας. Ευχαριστώ πολύ. Συνέντευξη Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην εφημερίδα «ΖΑΜΑΝ» και στην δημοσιογράφο Ayse Karabat ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ Αθήνα, 14 Μαΐου 2010 A. KARABAT: Αν συγκρίνουμε τις τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα με τις ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία θα δούμε ότι ενώ οι ελληνικές επενδύσεις βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο, οι τουρκικές είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι δεν έγιναν σημαντικές τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Είναι γεγονός ότι οι ελληνικές επενδύσεις στην Τουρκία είναι πολύ περισσότερες από τις τουρκικές επενδύσεις στην Ελλάδα. Θα θέλαμε να δούμε την κατάσταση αυτή να αλλάζει. Αλλά δεν νομίζω ότι ο όγκος των επενδύσεων σε μια οποιαδήποτε χώρα έχει πολιτική διάσταση, ή τουλάχιστον δεν θα όφειλε να έχει. Αυτού του είδους οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται με βάση οικονομικά κριτήρια. Η Κυβέρνησή μου έχει λάβει σαφή εντολή να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές. Η οικονομική κρίση επέτεινε τον επείγοντα χαρακτήρα του προγράμματος. Όταν βγούμε από αυτή την κρίση και θα βγούμε σύντομα, η Ελλάδα θα έχει αποκτήσει μια οικονομία με πολύ πιο στέρεες βάσεις. Για το λόγο αυτό, πιστεύω ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να μπει κανείς στην ελληνική αγορά. Ως Κυβέρνηση, δημιουργούμε το κατάλληλο επενδυτικό περιβάλλον και αφήνουμε τους επιχειρηματίες να αξιολογήσουν τις ευκαιρίες που προσφέρονται. Το αυριανό Ελληνικό-Τουρκικό επιχειρηματικό φόρουμ είναι μια καλή ευκαιρία. A. KARABAT: Ποιες είναι οι ευκαιρίες και οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν οι Τούρκοι επενδυτές αν θελήσουν να επενδύσουν στην Ελλάδα; Η Κυβέρνησή σας προτίθεται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά και να χαλαρώσει τις διαδικασίες χορήγησης θεώρησης; Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για ημερήσιες εκδρομές ήταν στην ημερήσια διάταξη των συζητήσεων, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπήρξαν εξελίξεις. Μπορούμε να περιμένουμε κάποια αλλαγή στο άμεσο μέλλον; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Δυστυχώς, η φήμη της ελληνικής γραφειοκρατίας ξεπέρασε τα σύνορά μας. Η κατάσταση όμως αλλάζει και οι αλλαγές είναι ριζικές. Στην Ελλάδα ήταν δύσκολο να συστήσει κάποιος μια εταιρεία, ήταν δύσκολο να εκδώσει τις απαραίτητες άδειες για να ξεκινήσει τις δραστηριότητές του. Αυτά όλα αλλάζουν. Όπως είπα προηγουμένως, η οικονομική κρίση επιταχύνει τις αλλαγές. Στο θέμα των θεωρήσεων, οφείλω να πω ότι ως Υπουργός Εξωτερικών, κατέβαλα τεράστιες προσπάθειες να ελαφρύνω το καθεστώς χορήγησης των θεωρήσεων. Δυστυχώς όμως, το πλαίσιο της συμφωνίας Σένγκεν θέτει κάποιους περιορισμούς. Για το λόγο αυτό, έχουν δοθεί σαφείς οδηγίες σε όλα τα Προξενεία μας στην Τουρκία, να εξαντλούν όλα τα περιθώρια που προσφέρει η νομοθεσία, έτσι ώστε να διευκολύνουν την επίσκεψη Τούρκων πολιτών στην Ελλάδα. Η διαδικασία έχει απλοποιηθεί σημαντικά. Ταυτόχρονα, είμαστε σε επαφή με Ευρωπαίους αξιωματούχους, για να εξασφαλίσουμε θετικές αλλαγές στο σύστημα Σένγκεν και εξετάζουμε τρόπους να διευκολύνουμε πρακτικά κάποιες συγκεκριμένες ομάδες πολιτών. A. KARABAT: Κάτω από αυτές τις οικονομικές συνθήκες, ποιες θα είναι οι στρατιωτικές σας δαπάνες τα επόμενα πέντε χρόνια; Ο Τούρκος Υπουργός Έγκεμεν Μπάγκις πρότεινε η Ελλάδα και η Τουρκία να μειώσουν ταυτόχρονα τις στρατιωτικές τους δαπάνες. Είναι δυνατόν να περιορισθούν οι δαπάνες, πριν βρεθεί λύση στα εκκρεμή προβλήματα; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Είστε μια έμπειρη δημοσιογράφος, θα θυμάστε σίγουρα την περίοδο 1999 – 2004, όταν μιλούσα για το όραμα της μείωσης των εξοπλισμών και στις δύο χώρες, μια μείωση που θα επέτρεπε στις δύο κοινωνίες μας να επενδύσουν στην παιδεία, στην υγεία, στον πολιτισμό και όχι στα όπλα. Μιλάω για το «μέρισμα της ειρήνης», το οποίο θα αυξηθεί με την οικοδόμηση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο χώρες και την άρση όλων των απειλών. Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από τις ελληνικές προσπάθειες. Αυτό είναι το όραμα που πρέπει να κατευθύνει τις ενέργειές μας. Το Αιγαίο πρέπει να γίνει μια θάλασσα ειρήνης. Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε εμείς, με το «εμείς» εννοώ τους ηγέτες των δύο χωρών, είναι να μιλάμε ξεκάθαρα μεταξύ μας και με τους λαούς μας. Πρέπει να απαλλαγούμε από τις γκρίζες ζώνες στις σχέσεις μας και να αφοσιωθούμε στο κοινό μέλλον που μας περιμένει στην ευρωπαϊκή οικογένεια. A. KARABAT: Η Ελλάδα επιμένει ότι υπάρχει ένα μόνο πρόβλημα, αυτό της υφαλοκρηπίδας, ενώ η Τουρκία πιστεύει ότι υπάρχουν πολλά θέματα. Επιμένετε στις απόψεις σας; Είναι αλήθεια επίσης ότι πριν τις εκλογές του 2004, όταν ο κύριος Σημίτης ήταν Πρωθυπουργός και εσείς Υπουργός Εξωτερικών, οι δύο χώρες βρίσκονταν πολύ κοντά στην επίλυση των προβλημάτων του Αιγαίου. Εφόσον δεν έγινε κάτι τέτοιο τότε, πιστεύετε ότι υπάρχουν δυνατότητες τώρα; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ξεκινήσαμε μια διαδικασία διερευνητικών επαφών, με συγκεκριμένο στόχο να προχωρήσουμε στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στις δύο χώρες. Είναι ένα νομικό θέμα, που έπαιξε και συνεχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ένα πρόβλημα το οποίο μπορεί να λυθεί. Στο παρελθόν, βρεθήκαμε κοντά σε λύση. Κατά την διάρκεια της θητείας μου στο Υπουργείο Εξωτερικών, από το 1999 μέχρι το 2004, συνεργάσθηκα στενά με τον αγαπητό μου φίλο, τον μακαρίτη Ισμαήλ Τζεμ, και τους διαδόχους του, για να βρούμε μια λύση σε αυτό και σε πολλά άλλα προβλήματα στις σχέσεις μας. Και κάναμε πρόοδο. Είμαι πεπεισμένος ότι τώρα, 10 χρόνια αργότερα, μπορούμε να βρούμε τη λύση. Ούτως ή άλλως, δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Αν αποδειχθεί ότι δεν μπορούμε να επιλύσουμε το πρόβλημα μέσα σε ένα λογικό χρονοδιάγραμμα, τότε κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Δεν θα είμαστε ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι. Πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στο Διεθνές Δικαστήριο, για να βρεθεί μια λύση, όπως ακριβώς έκαναν και άλλες 160 χώρες στον πλανήτη μας. A. KARABAT: Μέχρι σήμερα, μια από τις ατυχίες στην ιστορία των Τουρκο-ελληνικών σχέσεων ήταν η έλλειψη πολιτικής θέλησης από πλευράς των ηγετών να βρεθεί μια λύση. Πιστεύετε ότι οι συνθήκες είναι ώριμες, για να συνεχιστούν οι προσπάθειες να βρεθεί μια λύση τώρα; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Είμαστε γείτονες σε μια περιοχή του κόσμου που παρουσιάζει μεγάλο «διπλωματικό» ενδιαφέρον. Οι σχέσεις μας δεν ήταν σταθερές, περάσαμε καλές στιγμές και στιγμές έντασης. Και αυτό το μοτίβο δεν θα σταματήσει έτσι απλά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα περιοριστούμε στο ρόλο των αμέτοχων θεατών. Πιστεύω ακράδαντα ότι οι λαοί δημιουργούν το πεπρωμένο τους. Οι λαοί γράφουν την ιστορία τους. Η Ελλάδα και η Τουρκία δεν είναι εχθροί, καταδικασμένοι να συγκρούονται στον αιώνα τον άπαντα. Οι χώρες μας έχουν ένα βαρύ ιστορικό παρελθόν. Στο χέρι μας είναι να γυρίσουμε σελίδα και να γράψουμε ένα διαφορετικό μέλλον. Πολλοί αναφέρουν το παράδειγμα της Γαλλίας και της Γερμανίας. Και σας ρωτώ, γιατί η Ελλάδα και η Τουρκία να μη μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους; Δεν μπορούμε να πάρουμε το μέλλον μας στα χέρια μας; Η απάντηση είναι, ναι. Αύριο θα δεχθούμε τον Πρωθυπουργό σας, με αυτή τη σκέψη στο μυαλό μας. A. KARABAT: Ποια είναι η προσωπική σας άποψη για τον Τούρκο Πρωθυπουργό Ερντογάν; Πιστεύετε ότι μπορείτε να συνεννοηθείτε εύκολα μαζί του; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Ο Πρωθυπουργός Ερντογάν είναι ένας ηγέτης, που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στο τουρκικό κράτος και στην τουρκική κοινωνία. Νομίζω ότι είναι ένας άνδρας με σαφείς στόχους, με φιλόδοξο όραμα και με ρεαλισμό, που του επιτρέπει να υλοποιεί τους στόχους του. Ένας άνδρας που πετυχαίνει αποτελέσματα. Πιστεύω ότι έκανε μια σαφή στρατηγική επιλογή να δώσει μάχη για την προσχώρηση της χώρας του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, παραμένει πιστός στο στόχο του. Πρέπει να ξέρει ότι θα είμαι σύμμαχός του στην προσπάθεια αυτή, γιατί οποιαδήποτε απόφαση ενδυναμώνει τη Δημοκρατία στην Τουρκία, αποτελεί επίσης και ένα βήμα προς τις σχέσεις καλής γειτονίας, ένα βήμα προς το σεβασμό των μειονοτήτων και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ένα βήμα προς την επανένωση της Κύπρου. Θα προσπαθήσουμε μαζί, για να φέρουμε την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. A. KARABAT: Τουρκία και Ελλάδα εγκαθιδρύουν το Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας, προκειμένου να τονωθούν οι μεταξύ τους σχέσεις. Τι να προσδοκούμε από τη στρατηγική αυτή συνεργασία; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Το Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας σηματοδοτεί την ουσιαστική αναβάθμιση της συνεργασίας μας. Αποτελεί τη βάση, τα θεμέλια, πάνω στα οποία μπορούμε να οικοδομήσουμε την εμπιστοσύνη και να φέρουμε τις σχέσεις μας στο επίπεδο που επιθυμούμε. Ζήτησα από τους Υπουργούς της Κυβέρνησής μου να παρουσιάσουν νέες ιδέες περί συνεργασιών. Το Συμβούλιο μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας αλλαγής στάσης των Δημοσίων Διοικήσεων των δύο χωρών. Είναι ανεξάντλητοι οι τομείς, στους οποίους μπορούμε να έχουμε μια αμοιβαίως επωφελή συνεργασία. Οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες αυτές, ιδίως σε καιρό κρίσης και έντονου διεθνούς ανταγωνισμού. Συνεργαζόμενες, οι χώρες μας μπορούν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τις προκλήσεις. Θα ήθελα ωστόσο, στο σημείο αυτό, να επισημάνω και κάτι ακόμη. Η προσπάθεια αυτή είναι σημαντική και πολλά υποσχόμενη, χρειάζονται όμως και «καύσιμα», ώστε να προχωρήσουμε. Οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας δεν πρόκειται να εξομαλυνθούν, όσο υφίστανται απειλές που αφορούν τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο, ούτε όσο παραμένουν οι δυνάμεις κατοχής στην Κύπρο. Όλα αυτά πρέπει να τα αφήσουμε πίσω μας μια για πάντα. A. KARABAT: Εκ βάθους καρδιάς και ειλικρινώς, μπορείτε να μας πείτε κατά πόσον θεωρείτε ότι έχουμε χάσει ήδη αρκετές ευκαιρίες για την επίλυση του Κυπριακού; Θεωρείτε ότι οι Χριστόφιας και Έρογλου θα επιλύσουν τις διαφορές τους; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Δεν θα ήθελα να έχω το βλέμμα μου στραμμένο στο παρελθόν. Πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας στο μέλλον και να αφήσουμε την ιστορία να κρίνει τις όποιες «χαμένες ευκαιρίες». Το σχέδιο Ανάν δεν κατάφερε να εμπνεύσει αίσθημα ασφάλειας στον Κυπριακό λαό, και αυτή είναι η πλέον σημαντική παράμετρος. Αυτός ήταν και ο λόγος, για τον οποίο το σχέδιο ήταν καταδικασμένο να αποτύχει, ανεξαρτήτως της έκβασης του δημοψηφίσματος. Οφείλουμε να επιμένουμε για μια λύση, που θα εμπνέει το αίσθημα του «ανήκειν» στην Κύπρο. Το πλαίσιο είναι σαφέστατο και συμπεφωνημένο. Προσδιορίζεται από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και τις συνημμένες μεταξύ ηγετών συμφωνίες. Η λύση θα πρέπει να είναι μια αμιγώς κυπριακή λύση, από τους Κυπρίους και για τους Κυπρίους. Επίσης, θα πρέπει να είναι μια ευρωπαϊκή λύση, δηλαδή προϋποθέτει το σεβασμό των κανόνων και των αρχών της Ε.Ε., το λεγόμενο κοινοτικό κεκτημένο, καθώς η Κύπρος είναι και θα παραμείνει κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα πρέπει να είναι σε θέση να λειτουργεί αποτελεσματικά εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Αυτό οφείλει να το σεβαστεί ο κ. Έρογλου, όπως ακριβώς θα πρέπει να σεβαστεί και την πρόοδο η οποία έχει σημειωθεί στις μέχρι σήμερα διαπραγματεύσεις. Εάν θέσει προσκόμματα και εμπόδια, θα αναλάβει και τις ευθύνες. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι ο ρόλος της Τουρκίας παραμένει ζωτικής σημασίας. A. KARABAT: Τι προσδοκάτε από την Τουρκία αναφορικά με την επίλυση του ζητήματος της λαθρομετανάστευσης από την Τουρκία προς την Ελλάδα; Το εν λόγω ζήτημα αποτελεί επίσης πρόβλημα και της Ε.Ε. Εσείς ασκείτε πίεση προς την πλευρά της Ε.Ε., ώστε να συνδράμει την Τουρκία στην επίλυση του προβλήματος και να επιτευχθεί μια συνολική συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας για ζητήματα επαναπατρισμού; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η λαθρομετανάστευση αποτελεί πρόκληση, την οποία αντιμετωπίζουμε όλοι μαζί. Αποτελεί πρόβλημα ευρωπαϊκό, και πρωτίστως ανθρωπιστικό. Ασφαλώς και δεν αποτελεί μόνο ζήτημα περιορισμού και συγκράτησης του φαινομένου. Η πρόληψη και η αποτροπή είναι αναγκαίες, όπως εξάλλου και η δημιουργία αναπτυξιακών προοπτικών στις χώρες προέλευσης. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι 150.000 λαθρομετανάστες, που διασχίζουν τα σύνορά μας κάθε χρόνο, ασκούν πίεση προς την Ελλάδα. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν τα θύματα μιας σύγχρονης μορφής δουλεμπορίου. Οι γυναίκες και τα παιδιά θα έκαναν τα πάντα, για να κάνουν πραγματικότητα το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Οι λαθρέμποροι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως κοινός εχθρός όλων. Οι οδοί διέλευσης των δουλεμπόρων θα πρέπει να αποκλειστούν, και να τιμωρούνται παραδειγματικά. Οι Αρχές οφείλουν να τους σταματούν, αντί να εθελοτυφλούν. Δεν επιτρέπεται τουρκικά ραντάρ να παρενοχλούν τις δυνάμεις της FRONTEX, ενώ αναζητούν διακινητές λαθρομεταναστών. Τέλος, αν επιθυμούμε να υπάρξουν όντως αποτελέσματα, απαιτείται και ο επαναπατρισμός των λαθρομεταναστών, ειδάλλως τα σχέδια των δουλεμπόρων θα αποδίδουν και άρα θα εξακολουθήσουν τις δραστηριότητές τους. Χρειαζόμαστε σύναψη και υπογραφή μιας συμφωνίας επανεισδοχής μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας. Ας μη λησμονούμε, όμως, ότι υφίσταται ήδη μια τέτοια συμφωνία μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, η οποία όμως δυστυχώς δεν εφαρμόζεται, και αυτή είναι μια πραγματικότητα που θα πρέπει επίσης να αλλάξει. A. KARABAT: Σκοπεύετε να επωφεληθείτε της τουρκικής εμπειρίας στον οικονομικό τομέα, και αν ναι, με ποιο τρόπο; Ο σεισμός στην Τουρκία σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Πιστεύετε ότι η ελληνική οικονομική κρίση μπορεί να νοηθεί και αυτή ως μια ακόμη ευκαιρία; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η οικονομική κρίση μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία, μια ευκαιρία να αλλάξουμε πολλά στην Ελλάδα, να προωθήσουμε μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να είχαμε υλοποιήσει προ πολλών ετών. Έτσι, η Ελλάδα θα γίνει ισχυρότερη και θα αυξηθεί η ευημερία των Ελλήνων. Ας μην ξεχνούμε εξάλλου ότι οι Έλληνες ζουν σε μια ανοικτή και φιλελεύθερη Δημοκρατία. Το επίπεδο διαβίωσης και η ποιότητα ζωής τους είναι μεταξύ των υψηλότερων στον κόσμο και πολλοί λαοί θα ήθελαν να είναι στη θέση τους. Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι οι σεισμοί του 1999 απελευθέρωσαν δυνάμεις που ενυπήρχαν εντός των κοινωνιών μας, δυνάμεις που κατέλυσαν τα τότε υφιστάμενα στερεότυπα και έθεσαν τα θεμέλια για μια ελληνοτουρκική προσέγγιση. Δεν πρόκειται να συγκρίνω την τωρινή με την κατάσταση εκείνης της εποχής, αλλά με την οικονομική κρίση που εσείς αντιμετωπίσατε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Εκείνη την περίοδο, η Ελλάδα επέδειξε την εμπιστοσύνη της και την υποστήριξή της προς την Τουρκία, και μάλιστα όχι υπό μορφή δημοσίων σχέσεων. Η Ελλάδα έγινε ο πιο σημαντικός και ειλικρινής υποστηρικτής της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Οι ελληνικές επενδύσεις και εμπορικές συναλλαγές αυξήθηκαν, ενώ εγκαινιάστηκαν και πρωτοβουλίες αμοιβαίως επωφελούς περιφερειακής συνεργασίας. Η Τουρκία ξεπέρασε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε την εποχή εκείνη, προχώρησε στις μεταρρυθμίσεις τις οποίες όφειλε να πραγματοποιήσει και βγήκε από την όλη διαδικασία περισσότερο δυνατή. Τώρα είναι η σειρά της Ελλάδας. Μακάρι να ήταν δυνατόν να γίνουν οι αλλαγές με τρόπο πιο ήπιο για τον Ελληνικό λαό, αλλά αυτός είναι ο μόνος δρόμος. A. KARABAT: Μετά από τόσο καιρό και παρά τις αντιρρήσεις μέρους της κοινωνίας, και η Αθήνα θα αποκτήσει τέμενος. Τι συνεπάγεται για το ελληνικό έθνος η ανέγερση του τζαμιού αυτού; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η ανέγερση τεμένους στην Αθήνα αποτελεί υποχρέωση του ελληνικού κράτους απέναντι στους μουσουλμάνους που ζουν στην πρωτεύουσα. Υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι μάλιστα έχουν έρθει από όλη την υφήλιο. Αποτελεί επίσης δική μου, προσωπική, δέσμευση για την κάλυψη της υπαρκτής αυτής ανάγκης θρησκευτικής έκφρασης. Επιτρέψτε μου, όμως, μια διόρθωση: οι αντιδράσεις στην ανέγερση αυτού του τεμένους είναι ελάχιστες. Η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας αναγνωρίζει ότι αυτή η απόφαση είναι ορθή και την προσυπογράφει. Αυτό που απλώς χρειάζεται είναι να διασφαλίσουμε ότι δεν συγχέουμε θρησκεία και πολιτική. A. KARABAT: Το Συμβούλιο της Ευρώπης επέκρινε τη χώρα σας στην έκθεση που δημοσιοποίησε τον Ιανουάριο, κάνοντας λόγο για μη ικανοποιητική αντιμετώπιση της μουσουλμανικής, τουρκικής μειονότητας. Πώς απαντάτε σε κάποιους από τους προβληματισμούς που έθεσαν οι συμμετέχοντες βουλευτές στη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία έλαβε χώρα στο Στρασβούργο και κατά τη διάρκεια της οποίας και εσείς εκφωνήσατε ομιλία; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Οι Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν σε μια ανοικτή, δημοκρατική κοινωνία. Είναι Ευρωπαίοι πολίτες, που απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων, τα οποία συνεπάγεται η ιδιότητά τους αυτή. Κανείς δεν είναι τέλειος, και ασφαλώς πάντοτε υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Δεδομένου του πλαισίου αυτού, είναι καλοδεχούμενος ο διάλογος με διεθνείς και ευρωπαϊκούς θεσμούς, που ασχολούνται με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χρόνια τώρα, η Πολιτεία εφαρμόζει μια πολιτική θετικών διακρίσεων υπέρ της μουσουλμανικής μειονότητας, αποσκοπώντας στην προστασία και στήριξή της. Και εγώ ο ίδιος, ως Υπουργός Παιδείας, έλαβα μέτρα ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία αποτελεί αποκλειστική υποχρέωση του ελληνικού κράτους. Και ο αγώνας για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και ο σεβασμός της αξιοπρέπειας των πολιτών αποτελεί δική μου, προσωπική δέσμευση προς κάθε Έλληνα και Ελληνίδα. A. KARABAT: Στηρίζετε τις πρωτοβουλίες της Τουρκίας στα Βαλκάνια και, επίσης, με ποιους τρόπους θα μπορούσε η χώρα σας να συμβάλει σε αυτές τις πρωτοβουλίες; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Όπως γνωρίζετε, η Ελλάδα είναι η πλέον δραστήρια ευρωπαϊκή χώρα στη Βαλκανική, τόσο από πολιτικής, όσο και από οικονομικής απόψεως. Το 2003, η ελληνική διπλωματία σκιαγράφησε την ευρωπαϊκή των Βαλκανίων στη λεγόμενη «Ατζέντα της Θεσσαλονίκης» και διαδραματίσαμε ηγετικό ρόλο στην εφαρμογή τού εν λόγω σχεδίου. Η δημιουργία, στη γειτονιά μας, μιας ευρύτερης περιοχής ειρήνης, ασφάλειας και ανάπτυξης, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής μας και αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Η Τουρκία μπορεί να διαδραματίσει πολύ χρήσιμο ρόλο, στο πλαίσιο αυτής της Ατζέντας. ZAMAN Newspaper | Interview with Ayse Karabat PRIME MINISTER’S PRESS OFFICE Athens, May 14, 2010 A. KARABAT: When we compare the Turkish investments in Greece and Greek investments in Turkey, we see that the latter is high while the former is almost next to nil. Why do you think there is no considerable Turkish investment in Greece? G. A. PAPANDREOU: It is a fact that Greek investments in Turkey are much larger than Turkish investments in Greece. We would like to see that change. But I don’t think that the volume of investments in a given country has a political dimension – or at least it shouldn’t have one. These sorts of decisions should be made based on economic criteria. My government has received a clear mandate to carry out radical reforms. The economic crisis has only increased the urgency of this programme. When we emerge from this crisis – and we will do so before long – Greece will have an economy with a much more robust foundation. That is why I think this is the right time for one to enter the Greek market. So, as a government we are creating the right investment environment and leaving it to the entrepreneurs to evaluate the opportunities that present themselves. Tomorrow’s Greek-Turkish business forum is a good opportunity. A. KARABAT: What opportunities and challenges are there for Turkish investors if they want to invest in Greece? Does your government plan to address these issues and ease visa restrictions? For a long time, visa exemptions for daytrips were on the agenda, but so far, there has been no development in this respect. Can we expect any changes in the short run? G. A. PAPANDREOU: Unfortunately, Greece’s reputation for bureaucracy has spread beyond our borders. But this is changing now, and the changes are profound. In Greece, it was difficult to set up a company, it was difficult to get permits to carry out your business. This is all changing. And as I said, the economic crisis is speeding up these changes. On the issue of visas, I must say that as Foreign Minister I made great efforts to relax the visa regime. Unfortunately, however, the Schengen framework sets certain limits. That is why the Greek Foreign Ministry has given express instructions to all of our Consulates in Turkey to exhaust the potential provided by the regulation for making it easier for Turkish citizens to visit Greece. And the process really has become much easier. At the same time, we are in close contact with European officials so that we can bring about positive reforms to the Schengen system, and we are also looking at practical ways to facilitate specific groups of citizens. A. KARABAT: Under these economic conditions, how much are you planning to spend on military expenditures in the next five years? Turkish State Minister Egemen Bağış suggested that Turkey and Greece might reduce military expenditures simultaneously. Is it possible to reduce the expenditures even before agreeing on some sort of solution to long-standing problems? G. A. PAPANDREOU: You are a very experienced journalist, so I am sure you remember the period from 1999 to 2004, when I talked about the vision of arms reductions between the two countries – a reduction that would enable our two societies to invest in education, health and culture, rather than in weapons. I am talking about the “peace dividend” that will accrue as a result of confidence-building between our two countries and removal of any kind of threats. This is the motor force behind Greece’s efforts. This is the vision that must guide our actions. The Aegean can become a sea of peace. All we need to do – “we” being the leaders of our two countries – is speak plainly amongst ourselves and to our peoples. We have to remove the gray areas from our relations and devote ourselves to the common future that awaits us in the European family. A. KARABAT: Greece is insisting that there is only one Aegean problem, namely the continental shelf, but Turkey thinks there are several issues. Are you still defending the same idea? Is it true also that prior to the 2004 elections, when Costas Simitis was the prime minister and when you were the foreign minister, the two countries were on the brink of solving the Aegean problems? If that was not the case, do you see any opportunity in that respect now? G. A. PAPANDREOU: We launched the exploratory contacts process for the exact purpose of moving ahead to the delimitation of the continental shelf between the two countries. It is a legal issue that has played – and continues to play – a decisive role in Greek-Turkish relations. And it is an issue that can be resolved. In the past, we drew near to a solution. During my tenure as Foreign Minister, from 1999 to 2004, I worked closely with my dearly departed friend Ismail Cem and his successors to move towards a solution on this and many other problems in our relations. And we made good progress. And I am convinced that now, 10 years on, we can achieve a solution. After all, we aren’t starting from scratch. And if we find we can’t resolve the issue within a reasonable timeframe, in my opinion we should refer this dispute of ours to the International Court in The Hague. We will be neither the first nor the last to make such a move. It is only right for us to put our trust in the International Court so that we can find a solution – just like 160 other countries around the world do. A. KARABAT: Until today, one of the unfortunate elements in the history of Turkish-Greek relations was the lack of political will of leaders who wanted a solution at the same time. Do you think conditions are ripe to further engage in the resolution of issues at this time? G. A. PAPANDREOU: We are neighbors in a region of the world that is of great “diplomatic” interest. Our relations haven’t been steady; they have gone through good times and times of tension. And this pattern won’t simply end. But that doesn’t mean that we should simply look on and let things happen. It is my guiding conviction that people create their own destinies. Peoples write their own histories. Greece and Turkey are not enemies doomed to clash eternally. We bear a heavy history between our countries. It is in our hands to turn the page and write a different future. I hear some people raise the example of France and Germany. And I ask you: Cannot Greece and Turkey follow this example? Can’t we take our fortunes into our own hands? My answer is, yes. Tomorrow we are welcoming your Prime Minister with this very thought in mind. A. KARABAT: What is your personal impression of Turkish Prime Minister Recep Tayyip Erdoğan? Do you think he is the kind of man with whom you can do business easily? G. A. PAPANDREOU: Prime Minister Erdogan is a leader who has left an indelible mark on the Turkish state and on Turkish society. I think he is a man with very clear objectives, an ambitious vision and the pragmatism to realize these objectives. A man who gets results. I believe that he has made the strategic choice to fight for his country’s accession to the European Union, and despite the objective difficulties, he has remained committed to this goal. He needs to know that I will be his ally in this endeavor, because every decision that strengthens democracy in Turkey is also a step towards good neighborliness; a step towards respect for minorities and the Ecumenical Patriarchate; a step towards the reunification of Cyprus. We will strive together towards the goal of bringing Turkey into the European family. A. KARABAT: Turkey and Greece will convene for the High Level Cooperation Council to inject vigor into relations. What would we expect from this strategic cooperation? G. A. PAPANDREOU: The High-Level Cooperation Council marks a substantial upgrading in our cooperation. It is the basis – the foundation – on which we can build trust and take our relations to the level where we want them. I asked my Ministers to present new ideas for cooperation. This Council can be the departure point for a change in the attitude that runs through the public administrations of our two countries. The sectors where we can have mutually beneficial cooperation are inexhaustible. We have to capitalize on this, particularly at a time of crisis and intense international competition. Together, our countries can confront challenges more effectively. But I also want to stress something else. This effort is important and promising, but we need fuel to move ahead. Greece and Turkey will never be able to normalize their relations as long as there are threats in the Aegean with regard to Greek islands. As long as there are occupation forces in Cyprus. We have to put these things behind us once and for all. A. KARABAT: From the deepest part of your heart, can you tell us if you think we have already missed too many opportunities to find a solution to the Cyprus problem? Do you think that Dimitris Christofias and Derviş Eroğlu can succeed in resolving their disagreements? G. A. PAPANDREOU: I don’t want to look to the past. We have to look to the future and let history judge any “lost opportunities”. The Annan plan failed to make the Cypriot people feel secure, this is the most important parameter. That is why it was doomed to failure, regardless of the outcome of the referendum. We have to put emphasis on the Cypriot “ownership” of the solution. The framework is clear and agreed upon. It is determined by UN resolutions and the agreements of leaders. The solution must be a Cypriot solution; by the Cypriots and for the Cypriots. And it has to be a European solution. That is, it needs to respect the rules of the European Union, the so-called acquis communautaire, because Cyprus is and will remain a member of the EU, and it has to be able to function effectively within the European framework. Mr. Eroglu needs to respect this, just as he needs to respect the progress that has been made to date in the negotiations. If he starts to create stumbling blocks and raise obstacles, he will bear the responsibility. In any case, and this is a fact, Turkey’ s role remains crucial. A. KARABAT: What are your expectations from Turkey regarding the solution of the irregular immigration from Turkey to Greece? This issue is a problem for the EU as well. Are you pushing the EU to assist Turkey to cope with this problem so that a comprehensive repatriation agreement can be reached between the EU and Turkey? G. A. PAPANDREOU: Illegal migration is a challenge that we are facing jointly. It is a European problem and – above all – a humanitarian problem. It is certainly not just a matter of containment. Prevention and deterrence are necessary, as is the creation of development prospects in countries of origin. But we cannot ignore the pressure put on Greece by the 150,000 illegal migrants who cross our borders every year. These people are victims of modern slave trade. Women and young children will do anything for the dream of a better life. Traffickers must be treated as our common enemies. The paths of the slave traders must be sealed off, and they themselves must be made an example of. The authorities have to stop them, rather than looking the other way. We can’t have FRONTEX forces being harassed by Turkish radar while they are looking for traffickers. In the end, if we are to get results, illegal migrants need to be repatriated. Otherwise, the traffickers’ plans work, and they continue. We need an EU-Turkey readmission agreement. But don’t forget that Greece and Turkey already have such an agreement. Unfortunately, however, it isn’t implemented, and this has to change. A. KARABAT: Are you planning to benefit from Turkey’s experiences in the economic field? If so, how? The earthquake in Turkey was the beginning of a new era in Turkish-Greek relations; do you think that the economic crisis in Greece can be considered another opportunity? G. A. PAPANDREOU: The economic crisis can become an opportunity. An opportunity for us to change many things in Greece; to put through reforms that should have been carried out years ago. This will make Greece stronger and provide greater prosperity for Greek citizens. After all, let’s not forget that Greeks live in an open, liberal democracy. Their standard of living and quality of life are among the highest in the world and would be envied by many peoples. Looking back at history, let me say that the earthquakes in 1999 freed up forces in our societies; forces that shattered the stereotypes that existed and created a foundation for Greek-Turkish rapprochement. I won’t compare the current situation to that time, but with your economic crisis at the beginning of the last decade. At that time, Greece showed its trust in and support for Turkey, and not in the form of public relations. Greece became the most important and most sincere supporter of Turkey’s European perspective. Greek investments and trade increased, and mutually beneficial regional cooperation initiatives were launched. Turkey overcame its difficulties, started the reforms that had to be made, and came out of this process stronger. Now it is Greece’s turn. I wish the changes could be made in a milder manner for the Greek people, but this is the only path to go. A. KARABAT: After all these years, now Athens will have a mosque despite the opposition of the certain segments of society. What is the meaning of this mosque for the Greek nation? G. A. PAPANDREOU: The construction of a mosque in Athens is an obligation of the Greek state to the Muslims who live in the capital. And there are many who have come from around the world. It was also a personal commitment of mine to meet this real need for religious expression. But I want to correct you on one point. There are but a few reactions to the creation of a mosque. The great majority of Greek society recognizes that this is the right decision and supports it. Everyone just needs to make sure they don’t confuse religion and politics. A. KARABAT: Your country was criticized in the Council of Europe’s January report for the unsatisfactory treatment of its Muslim Turkish minority. How do you address some of the concerns raised by deputies in the plenary session of the Parliamentary Assembly of the Council of Europe [PACE], during which you also delivered your address in Strasbourg? G. A. PAPANDREOU: The Greek Muslims in Thrace live in an open, democratic society. They are European citizens with all the rights that that distinction brings. No one is perfect, and there is always room for improvement. Within this framework, dialogue with international and European institutions that deal with the protection of human rights is welcome. For years now, the Greek state has been following a positive discrimination policy aimed at protecting and bolstering the Muslim minority. I my self, as Minister of Education, took measures of help them have access to University level education. This is the exclusive obligation of the Greek state. And it is also my personal commitment to every Greek citizen to fight for their rights and the respect of their dignity. A. KARABAT: Are you supporting Turkey’s Balkan initiatives and in what ways could your country contribute to these initiatives? G. A. PAPANDREOU: As you know, Greece is the most active European country in the Balkans, both politically and economically. In 2003, Greek diplomacy mapped out the European perspective of the Balkans in the so-called “Thessaloniki Agenda”. And we have played a leading role in implementing that plan. It is the cornerstone of our policy and a top priority: the creation of a region of peace, security and development in our neighborhood. Turkey can play a very useful role in this agenda. Συνέντευξη Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στο «CNN ΤÜRK» με τον δημοσιογράφο Ali Birand ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ Αθήνα, 14 Μαϊου 2010 Α. BIRAND: Κύριε Πρωθυπουργέ, σας ευχαριστώ πολύ. Ξέρω ότι είστε πολύ απασχολημένος, αλλά βρήκατε, παρόλα αυτά, χρόνο να μας διαθέσετε. Αυτό είναι θαυμάσιο. Μπορείτε λοιπόν να μας πείτε, ποια είναι η σημασία αυτής της επίσκεψης; Πρόκειται για επίσκεψη ρουτίνας; Πώς θα την ονομάζατε; Πώς θα μας την περιγράφατε; Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Θα ήθελα καταρχήν να σας ευχαριστήσω, κύριε Ali Birand, φίλε Ali. Έχουμε κάνει πολλές συνεντεύξεις μαζί και είμαι πολύ ευτυχής που είμαστε πάλι μαζί και θα έχω την ευκαιρία, μέσω υμών, να επικοινωνήσω με τον Τουρκικό λαό και να στείλω και πάλι ένα μήνυμα φιλίας. Βέβαια, όπως γνωρίζετε, όλα αυτά τα χρόνια, έχω δουλέψει σκληρά, ως Υπουργός Εξωτερικών, αλλά και ως αντιπολίτευση στην Ελλάδα, προκειμένου να ενισχύσω τις σχέσεις μας και να προχωρήσουμε, κάτι που πιστεύω μπορεί να είναι πολύ παραγωγικό ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Έχουν περάσει λοιπόν δέκα χρόνια από την εποχή που ήμουν Υπουργός Εξωτερικών και είχαμε αυτή την αλλαγή στις σχέσεις μας και στην πολιτική μας, με την Τουρκία να είναι υποψήφια χώρα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και μέσω της διπλωματίας, που ξεκίνησε πριν από τους σεισμούς. Κατόπιν, οι σεισμοί αποτέλεσαν τμήμα αυτής της διπλωματίας. Επίσης, ακολουθήσαμε μια πολιτική, με τον Ισμαήλ Τζεμ, ώστε να εργαζόμαστε πάνω σε θέματα που δεν ήταν επίμαχα, αλλά ήταν αμοιβαίως αποδεκτά και ωφέλιμα για τις δύο χώρες μας. Σήμερα, λοιπόν, δέκα χρόνια αργότερα, θεωρώ σημαντικό – και αυτό είπα στον Πρωθυπουργό Ερντογάν, όταν τον προσκάλεσα – να κάνουμε έναν απολογισμό, μια αξιολόγηση. Πόσο έχουμε προχωρήσει αυτά τα δέκα χρόνια; Πρέπει να είμαστε πολύ ανοιχτοί και ειλικρινείς για ό,τι θετικό πετύχαμε, διότι έχουμε πετύχει πολλά θετικά πράγματα, όμως, υπάρχουν και θέματα στα οποία μείναμε πίσω και τα οποία πρέπει να προωθήσουμε, να λύσουμε και να αντιμετωπίσουμε, έτσι ώστε να μπορέσουμε πραγματικά να ενισχύσουμε και να χτίσουμε τη σχέση μας πάνω σε ισχυρά θεμέλια. Ελπίζω, λοιπόν, αυτή η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Ερντογάν, να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο για μια διαδικασία, η οποία θα μας οδηγήσει σε μία διαφορετική σχέση, που θα στηρίζεται, βέβαια, στην εμπειρία μας των τελευταίων δέκα ετών, αλλά και στο θάρρος να προχωρήσουμε. Α. BIRAND: Υπήρξαν κάποιες επικρίσεις για την πρόσκληση που απευθύνατε στον Τούρκο Πρωθυπουργό, αλλά και επικρίσεις στην Τουρκία, που έλεγαν, «γιατί πάτε εκεί;» Πιστεύετε ότι είναι χειρονομία φιλίας από την τουρκική πλευρά το γεγονός ότι έρχ&
|